Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2013

Ν. ΚΟΥΝΕΝΗΣ - Γράμμα στον πρώην συμμαθητή μου, Θόδωρο Μαργαρίτη

του Ν. Κουνενή
Θυμάσαι Θόδωρε; Ήταν τα τελευταία χρόνια της χούντας και το πρώτο της μεταπολίτευσης, κι εμείς ήμασταν μαθητές στο Πρώτο Εξατάξιο Γυμνάσιο Αρρένων του Ζωγράφου. Στο «κλασικό» βρισκόμουν στο ίδιο τμήμα με τον Νίκο Γιαννόπουλο (στέλεχος σήμερα του Δικτύου για τα Κοινωνικά και πολιτικά Δικαιώματα) και με τον δημοσιογράφο εδώ και δεκαετίες Γιώργο Σταματόπουλο. Στο «πρακτικό» φοιτούσε, δίπλα στη δικιά μας αίθουσα, ο...
θυελλώδης, today, ευπώλητος άνκορμαν, Γιώργος Αυτιάς!

Εσύ ήσουν μια τάξη παρακάτω. Υπήρξες ένα από τα καλομαθημένα παιδάκια, που εισέπρατταν συχνά πυκνά σφαλιάρες από τους «μάγκες» του σχολείου. Εμείς, που δεν ανήκαμε σε καμία από τις δυο αυτές κατηγορίες, ούτε τη δική σου, ούτε τη δική τους, σε προστατέψαμε κάποιες φορές. Ελπίζω να μην τα έχεις ξεχάσει, ο μηχανισμός της μνήμης είναι επιλεκτικός, γράφει ο Άντλερ, και ενίοτε απωθεί τις ταπεινωτικές εμπειρίες. Μπορείς πάντως να ρωτήσεις παλιούς συμμαθητές, κάτι θα θυμούνται επ’ αυτών.
Στη μεταπολίτευση όλοι κάπου ενταχθήκαμε, εσύ μπήκες στην ΕΚΟΝ Ρήγας Φεραίος. Τα γραφεία της βρίσκονταν κάνα κατοστάρι μέτρα από το σπίτι μου, στη δεύτερη στάση του Ζωγράφου. Ήσουν από τότε το δεξιότερο μέλος της οργάνωσής σου, καθ’ ομολογίαν και των δικών σου κομματικών συντρόφων. Δεν είχες πάρει χαμπάρι το παραμικρό από τη εκρηκτική ριζοσπαστικοποίηση της μεταπολίτευσης. Τέλος πάντων, παρά ταύτα συνεργαζόμασταν τότε αρκετά, μαχόμασταν, διαδηλώναμε μαζί (κάποιες φορές, γιατί κάποιες άλλες κάτι τέτοια τα θεωρούσες αριστερίστικα κι αδιέξοδα, και καθόσουν στο σπιτάκι σου).

Πάντως, νεαρούλης κι άμαθος ήμουν τότε, πίστευα ότι όλοι μας, οι εκατοντάδες χιλιάδες πιτσιρικάδες που είχαν στρατευθεί με ενθουσιασμό στην υπόθεση της Αριστεράς, θα συνέχιζαν τον αγώνα εφ’ όρου ζωής, κι ας δεξιοφέρναν μερικοί από δαύτους στην τότε συγκυρία. Αμ δε…Ο Ανδρουλάκης, η Δαμανάκη, ο Μπίστης, ο Χατζησωκράτης, εσύ και τ’ άλλα τα παιδιά, αποδείξατε το απολύτως αναληθές αυτής της προσδοκίας. Τα διαβατήρια κάθε είδους ή τα ανανεώνεις ανά τακτά χρονικά διαστήματα, ή καθίστανται απολύτως ανενεργά, αγόρι μου. Εδώ αισθάνομαι την ανάγκη να μνημονεύσω Βάρναλη: Αχ, πού ’σαι νιότη πού’ δειχνες πως θα γινόμουν άλλος! Αχ, πού’ σε νιότη, πού’ σαι αγνή νεανική αφέλεια που μας έκανες να πιστεύουμε σ’ εσάς, και να πιστεύετε - ή να δείχνετε πως πιστεύετε, που είναι και το πιθανότερο - σε μας: να νοιώθουμε πως σίγουρα θα συμπορευτούμε με κάποιους τρόπους, παρά τις κόντρες, τους άγριους καυγάδες, τις αφελείς «συνεπείς μοναδικότητες» του πολιτικού χώρου καθ’ ενός εξ ημών. Θυμάσαι; Το πρωί μπορεί να τσακωνόμασταν, αλλά κάποια βράδια τα πίναμε τα διαπαραταξιακά κρασάκια μας, καμιά εικοσαριά νοματαίοι και νοματαίες.

Τα χρόνια πέρασαν, είμαστε πια πενήντα φεύγα κι οι δυο μας. Στο μεσοδιάστημα εσύ πήγες στην ΕΑΡ του Κύρκου, εν συνεχεία στον Συνασπισμό και τέλος (μέχρι στιγμής δηλαδή, γιατί δεν έχω ιδέα που αλλού είναι δυνατό να σε οδηγήσει η ζωτική σου ανάγκη για πολιτική επιβίωση- άλλωστε τύποι σαν εσένα τη βρίσκουν συνήθως την άκρη.. Στο τελευταίο αυτό διάστημα, συνέβαλες κι εσύ, στο- σοβαρότατο- μερίδιο που σου αναλογεί, στη φτωχοποίηση, την απόγνωση, την απελπισία της συντριπτικής πλειονότητας της έμψυχης συνιστώσας αυτής της χώρας. Τη σκληρή απάντηση, πολιτική, κινηματική, ανατρεπτική, οπωσδήποτε, σας τη χρωστάμε.

Ελπίζω πως θα την ζήσω αυτή τη μέρα με ενθουσιασμό, αλλά- δεν το κρύβω- και με ρεβανσιστική ικανοποίηση. Άνθρωπος είμαι κι εγώ άλλωστε, με τις ατέλειές μου, δεν έχω τη φαντασίωση πως είμαι φραγκισκανός μοναχός ή μητέρα Τερέζα. Όπως τραγουδούσε κι ο υπέροχος τότε, και όμοιός σου στη συνέχεια, Διονύσης Σαββόπουλος, σ’ αυτό τον τόπο όσοι αγαπούνε/ τρώνε βρώμικο ψωμί. Οι άλλοι, αυτοί που αγαπάνε την πάρτη τους και μόνο, τρώνε ντελικάτο χαβιάρι στα Κολωνάκια. Αν οι πρώτοι δεν επικρατήσουν, θα αφανιστούν για δεκαετίες, είναι φανερό πια δια γυμνού οφθαλμού.

Στο ίδιο διάστημα των τελευταίων δεκαετιών (προ της ΔΗΜΑΡ) σε συνάντησα κάποιες φορές στον δρόμο, χαιρετηθήκαμε και είπαμε κανα δυο κουβέντες στα χαλαρά. Σε μια από αυτές τις συναντήσεις σε ρώτησα αν μένεις ακόμη στου Ζωγράφου, και μου είπες, εμφανώς αμήχανος, ότι κατοικείς πλέον στο κέντρο, για να είσαι κοντά στις κομματικές διαδικασίες. Μου μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά και σε ρώτησα σε πια ακριβώς περιοχή του κέντρου μένεις. Ακόμη πιο αμήχανος, μου απάντησες: «Στο Κολωνάκι». Σου ανταπάντησα πως κι εγώ στο κέντρο κατοικώ. Αναθάρρησες, και με ρώτησες που ακριβώς. «Στα Σεπόλια», σου απάντησα. Κόμπλαρες. Ακόμα στα Σεπόλια μένω, σε πολυκατοικία του ’61, μπροστά στην πολυθόρυβη λεωφόρο Δυρραχίου, χωρίς ασανσέρ, διαμέρισμα 68 τ.μ., με μόλις αντικατασταθείσες, μετά οικονομικού πόνου ψυχής, τις πανάρχαιες σωληνώσεις.

Έκτοτε έκανα χρόνια να σε συναντήσω. Την τελευταία φορά σε είδα, πριν από κάτι μήνες, να διαδηλώνεις! Να διαδηλώνεις εσύ, μετά από τόσα χρόνια, αν είναι ποτέ δυνατόν! Κι όμως ήταν, καθ’ ότι επρόκειτο για μια εξαιρετικά λάιτ αντιρατσιστική συγκέντρωση, οργανωμένη από ντελικάτους- κατά κύριο λόγο- φορείς, στο Σύνταγμα. Σκέφτηκα να σε πλησιάσω και να σε ρωτήσω, αν ντρέπεσαι καμιά φορά γι’ αυτά που κάνεις. Ήξερα από πριν την απάντηση, οπότε δεν το έπραξα. Αν ξαναπέσουμε ο ένας πάνω στον άλλο μπορεί και να σε ρωτήσω. Χλωμό, πάντως, το βλέπω, αφού φαντάζομαι πως ψιλοκρύβεσαι όπως και οι άλλοι νεοφιλελεύθεροι Ταλιμπάν της μέχρι πρότινος εσωτερικής τρόικας, ώστε ν’ αποφύγεις τις εκδηλώσεις οργής ανθρώπων λιγότερο ευγενικών και συγκρατημένων από εμένα. Ανθρώπων που έμαθαν πια για τα καλά το άθλημα του άλματος εντός κάδου απορριμάτων, άθλημα το οποίο διόλου δεν αποκλείεται να ασκήσει στο μέλλον κι οποιοσδήποτε άλλος από μας, τους πληβείους.

Αντιρατσιστής, λοιπόν. Το τελευταίο, και πανεύκολο, άλλοθι της «υπεύθυνης αριστεράς» σας. Όντως, δεν αμφισβητώ την ειλικρίνεια της θέσης σας ότι δεν διαχωρίζετε τους ανθρώπους ανάλογα με το χρώμα, τη φυλή και το φύλο, αν και κάποιες αμφιβολίες δικαιούμαι να τις διατηρώ. Τους διαχωρίζετε όμως ταξικά με τον πιο βάρβαρο τρόπο, καθώς μαζί με τους Μερκολάντ, τους Τομσερμονμαζούχ και τις πάμπολλες νεοφιλελεύθερες κυβερνήσεις αυτού του πλανήτη πετάτε στον Καιάδα την πλέμπα των εκατομμυρίων και δισεκατομμυρίων ανθρώπων, προκειμένου να διατηρήσετε τα απίστευτα κέρδη και προνόμια των τραπεζιτών, των ραντιέρηδων και των λοιπών μεγαλοκαρχαριών.

Διαφοριστικός ρατσισμός λέγεται αυτό, σύμφωνα με τον ορισμό των Μπαλιμπάρ και Βαλερστάιν, και ελάχιστα διαφέρει από τον κλασικό ρατσισμό. Τουτέστιν, είσαστε ρατσιστές μέχρι τα μπούνια, κι ας βελάζετε αδιάλλακτους δεκάρικους, προς απόδειξιν του αντιθέτου.

Δεν σε συναντώ πλέον στο δρόμο, σε βλέπω όμως σχεδόν καθημερινά στην τηλεόραση. Πώς τα κατάφερες, ρε μπαγασάκο, και πλασάρεσαι σαν πρωτοκλασάτος παπαγαλοπαραθυράκιας; Κάθε φορά που σε αντικρίζω να αρθρώνεις, τάχα μου, πολιτικό λόγο, μιλώντας μάλιστα για πολιτικό πολιτισμό (!), τα παίρνω στο κρανίο, που λέμε κι εμείς οι «απολίτιστοι». Σαν πρόκες πρέπει να καρφώνονται οι λέξεις έγραφε ο Αναγνωστάκης. Οι δικές σου μοιάζουν με στραβές σκουριασμένες βίδες, που είναι αδύνατο να τις χρησιμοποιήσεις. Ο λόγος σου είναι απολύτως ξύλινος, για να ανταποδώσω το κομπλιμέντο σας προς εμάς τους αριστερούς, και, επίσης, προβλέψιμος μέχρι θανάτου. Το λεξιλόγιό σου είναι πάμπτωχο, δεν υπερβαίνει τις τριακόσιες-τετρακόσιες τετριμμένες λέξεις: αν θέλεις έλεγξε το τελευταίο σε μια μαγνητοσκοπημένη εκπομπή στην οποία συμμετείχες. Εγώ το έχω ήδη κάνει, και έχω απολύτως πειστεί για τη λεκτική σου ένδεια. Επιπροσθέτως, κάθε πρόταση που διατυπώνεις, κάθε θέση που εκφράζεις, κάθε «αγανάκτηση» που σε καταλαμβάνει συχνά πυκνά, θυμίζουν τον λόγο μπάτλερ, που υπερασπίζεται με κάθε τρόπο και μέσο τους αφέντες του, εγχώριους και μη.

Διακαής πόθος σου, πρώην «σύντροφε» της συμφοράς και νυν «απαγκιστρωτή», ήταν το βουλευτιλίκι. Απέτυχες. Στις πάμπολλες εκλογικές αναμετρήσεις στις οποίες συμμετείχες ως υποψήφιος, οι ψηφοφόροι σε μαύρισαν κατά συρροήν και εξακολούθησιν, παρ’ όλη τη σκανδαλώδη τηλεοπτική προβολή σου. (Το ίδιο ακριβώς έπαθε και ο φίλος σου ο Μπίστης, ε;). Τώρα πλέον είναι αργά, το πουλάκι πέταξε. Game over, που λένε και οι αγγλοσάξονες. Παραφράζοντας τον Μαρξ, σου λέω πως η πρώτη φάρσα (αυτή του Κουβέλη της ακροδεξιάς, του Καρατζαφέρη, ντε) επαναλαμβάνεται με τον ίδιο, εντελώς απαράλλακτο, τρόπο. Η ΔΗΜΑΡ δεν θα μπει ξανά στη βουλή, θα εξαερωθεί οσονούπω. (Έχω βάλει στοίχημα δέκα ευρώ με ένα φίλο ότι έτσι θα συμβεί, από τη μέρα της συγκρότησης της κυβέρνησης, ήταν νομοτελειακό, για τους νοήμονες). Όσο για σένα, σε βλέπω -και εύχομαι εκ βάθους καρδίας-) σε λίγο καιρό να επαναλαμβάνεις με συντριβή τα λόγια του (παλιού) Σαββόπουλου: Δεν με λένε Σταύρο και κυρ Σταύρο και αφέντη τσουτσουλομύτη. Μόνο Σταύρο με λένε. Μόνο Σταύρο…

Κλείνω με μια ευχή: Ζωή και ελπίδα σε λόγου μας, αγκίστρια (πολιτικά) στους οισοφάγους σας.


kounenik@yahoo.gr

πηγή: ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ ΣΤΙΣ ΓΕΙΤΟΝΙΕΣ

1 σχόλιο:

Δημήτρης Λαβατσής είπε...

Τα σιχάματα αυτού του είδους έκαναν τα κόμπλεξ τους και την καλοπέρασή τους αριστερή ιδεολογία.Αν είναι δυνατόν!Κάθε φλώρος που δεν έχει βαρέσει ένσημο να το παίζει μανατζαραίος της αριστεράς.Να αποφασίζει με άλλους διαφορικούς ρατσιστές το μέλλον μας.Ελπίζω να ζήσω τη μέρα που θα χάσουν κάθε προνόμιο και θα αναγκαστούν να δουλέψουν όπως όλοι.Τότε ίσως θα πρέπει να νομοθετήσουμε για την συνομοταξία τους ειδικά μισθολόγια σαν αυτά που προτείνουν για τα νέα παιδιά σήμερα