Πέμπτη, 29 Σεπτεμβρίου 2016

Μαρξιστικές Ματιές στον Σύγχρονο Κόσμο, το νέο βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή

Το κείμενο που ακολουθεί είναι ένα απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Χρήστου Κεφαλή «Μαρξιστικές Ματιές στον Σύγχρονο Κόσμο». Το βιβλίο περιλαμβάνει εννιά άρθρα του συγγραφέα δημοσιευμένα στα 2012-16 στο περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», ξαναδουλεμένα και συμπληρωμένα, πάνω σε μια ποικιλία θεμάτων: παγκοσμιοποίηση, εθνικό ζήτημα, η κατάρρευση της ΕΣΣΔ, οι εξελίξεις στην Κίνα, φασισμός, ο φιλοσοφικός ιρασιοναλισμός, η ποίηση του Καβάφη, κ.ά. Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Τόπος.

Εθνικό ζήτημα: Η συνεισφορά του Λένιν

του Χρήστου Κεφαλή*

Οι απόψεις των Μαρξ και Ένγκελς αλλά και των Κάουτσκι και Μπάουερ για το έθνος διαμορφώθηκαν στην....
περίοδο του ελεύθερου ανταγωνισμού. Ωστόσο, από τη δεκαετία του 1890 σχηματίζονται τα μονοπώλια και ο καπιταλισμός περνά σε ένα νέο στάδιο, το ιμπεριαλιστικό στάδιο, ένα γεγονός που αλλάζει την τοποθέτηση του εθνικού ζητήματος.

Ένα κοινό σημείο των ως τότε επεξεργασιών των μαρξιστών ήταν ότι ο σχηματισμός των εθνών-κρατών αποτελεί ένα προοδευτικό φαινόμενο, γιατί δημιουργεί τους αναγκαίους όρους για την ελεύθερη ανάπτυξη του καπιταλισμού, και παραπέρα της ταξικής διαφοροποίησης και της ταξικής πάλης στο εσωτερικό του κάθε έθνους. Ως αποτέλεσμα, η Δεύτερη Διεθνής στο Συνέδριο του Λονδίνου το 1896, αλλά και η Ρωσική Σοσιαλδημοκρατία στο 2ο Συνέδριό της το 1903, υιοθέτησαν το αίτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών ως ένα δημοκρατικό αίτημα που πρέπει να υποστηρίζεται από τη σοσιαλδημοκρατία, αφού η ελεύθερη εθνική ανάπτυξη δημιουργούσε τις καλύτερες συνθήκες για τον επαναστατικό αγώνα του προλεταριάτου.
Ο ιμπεριαλισμός, ωστόσο, μετατρέποντας τις καθυστερημένες χώρες σε αποικίες και αντικείμενο εκμετάλλευσης των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, εμποδίζει αυτή τη διαδικασία του σχηματισμού των εθνών-κρατών, που βασικά είχε ολοκληρωθεί στη Δυτική Ευρώπη ως το 1870, να ξετυλιχτεί ομαλά και στις υπόλοιπες ηπείρους. Τόσο ο Μπάουερ όσο και ο Κάουτσκι, ενώ συνέχισαν να υποστηρίζουν το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης στη γενική του μορφή, έμειναν προσκολλημένοι στους παλιούς, ομαλούς τύπους της καπιταλιστικής ανάπτυξης κατά στο 19ο αιώνα και απέτυχαν να εκτιμήσουν τις περιπλοκές που έφερνε το νέο, ιμπεριαλιστικό στάδιο.
Ο Λένιν ήταν εκείνος που, αναλύοντας τη νέα κατάσταση, θα τη συνδέσει με τη γενικότερη στροφή της αστικής τάξης στην αντίδραση, και θα συμπεράνει ότι το προλεταριάτο, το οποίο στη νέα εποχή πρέπει να τεθεί επικεφαλής του αγώνα για τη δημοκρατία, οφείλει να υποστηρίξει και τους αγώνες των αποικιακών λαών για αυτοδιάθεση. Το σημαντικό σημείο που διατύπωσε ο Λένιν ήταν ότι ο αγώνας για την εθνική ελευθερία πρέπει να διεξάγεται στην εποχή του ιμπεριαλισμού όχι με ρεφορμιστικό τρόπο, όπως στην προηγούμενη περίοδο του ειρηνικού καπιταλισμού, αλλά με επαναστατικό τρόπο, σπάζοντας την αστική νομιμότητα. Έτσι τα εθνικά κινήματα των καταπιεσμένων λαών έχουν προοδευτικό χαρακτήρα και οι αντιιμπεριαλιστικοί, απελευθερωτικοί αγώνες τους θα είναι ένας από τους παράγοντες που θα επισπεύσουν και θα βοηθήσουν τη σοσιαλιστική ανατροπή.
Ο Λένιν ανέπτυξε τις απόψεις του για το εθνικό ζήτημα σε κείμενα γραμμένα σε διάφορες περιόδους, κυρίως όμως σε μια σειρά άρθρα και μπροσούρες πολεμικού χαρακτήρα –Κριτικές Παρατηρήσεις για το Εθνικό Ζήτημα, Το Δικαίωμα των Εθνών στην Αυτοδιάθεση, Η Σοσιαλιστική Επανάσταση και το Δικαίωμα των Εθνών στην Αυτοδιάθεση, Τα Αποτελέσματα της Συζήτησης για την Αυτοδιάθεση, Σχετικά με τη Γελοιογραφία του Μαρξισμού και τον «Ιμπεριαλιστικό Οικονομισμό», κ.ά.– των χρόνων 1913-16. Η κύρια θέση που διατυπώνει και υπερασπίζει εκεί, τόσο απέναντι στους ρεφορμιστές όπως ο Κάουτσκι που μετέτρεπαν την αυτοδιάθεση σε γενικολογία, όσο και απέναντι στις υπεραριστερές αντιλήψεις της Λούξεμπουργκ και ορισμένων Μπολσεβίκων (Μπουχάριν, Ράντεκ και Πιατακόφ) που την αρνούνταν ως ανέφικτη στην ιμπεριαλιστική εποχή, είναι η ανάγκη υποστήριξης από τους σοσιαλιστές των καταπιεστικών εθνών του δικαιώματος αυτοδιάθεσης των καταπιεσμένων εθνών, φτάνοντας ως την απόσχιση, και της χωρίς όρους υποστήριξης των εθνικών εξεγέρσεων και πολέμων αυτών των λαών. «Το κέντρο βάρους της διεθνιστικής διαπαιδαγώγησης των εργατών στις χώρες που καταπιέζουν», λέει ο Λένιν, «θα πρέπει οπωσδήποτε να βρίσκεται στην προπαγάνδιση και την υπεράσπιση από μέρους των εργατών της ελευθερίας αποχωρισμού των καταπιεζόμενων χωρών». Χωρίς αυτό, η υποστήριξη της αυτοδιάθεσης καταντά μια κενή και υποκριτική φράση.
Ταυτόχρονα, ο Λένιν υπογράμμισε ότι η αυτοδιάθεση των εθνών είναι ένα δημοκρατικό αίτημα. Ως τέτοιο αποτελεί μέρος του αγώνα για τη δημοκρατία και ο αγώνας αυτός πρέπει να υποτάσσεται στον αγώνα για το σοσιαλισμό. Αν από την άσκηση του δικαιώματος της αυτοδιάθεσης σε μια δοσμένη στιγμή δημιουργούνταν κίνδυνος τοπικού η ευρύτερου πολέμου, ή αν ερχόταν σε ριζική αντίθεση με τον αγώνα για το σοσιαλισμό, αυτό, σύμφωνα με τον Λένιν, θα ήταν αρκετός λόγος για να αντιταχθούν οι σοσιαλιστές στη διεκδίκηση της αυτοδιάθεσης από το καταπιεζόμενο έθνος στη δοσμένη στιγμή. Ένα τέτοιο παράδειγμα, στον ιμπεριαλιστικό παγκόσμιο πόλεμο του 1914-18, ήταν η αυτοδιάθεση της Πολωνίας, την οποία ο Λένιν θεωρούσε ένα αντιδραστικό αίτημα όσο συνεχιζόταν ο πόλεμος, γιατί η προβολή του θα έριχνε αυτόματα το εθνικό κίνημα των Πολωνών σε εξάρτηση από το αντίπαλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο εκείνου που συνέβαινε να κατέχει την Πολωνία στη δοσμένη στιγμή. Ωστόσο, ο Λένιν έσπευδε να προσθέσει ότι οι Πολωνοί σοσιαλιστές δεν έπρεπε να παραιτηθούν συνολικά από το αίτημα της αυτοδιάθεσης και ότι αμέσως μετά τον πόλεμο η αλλαγή του συσχετισμού ισχύος μεταξύ των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων μπορεί να έκανε ρεαλιστική την ανακήρυξη της πολωνικής ανεξαρτησίας, όπως πράγματι έγινε.
Ο Λένιν θα καταδικάσει σφοδρά το σύνθημα της «υπεράσπισης της παρτίδας» στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο λόγος δεν είναι ότι το σύνθημα αυτό είναι λαθεμένο και αντιδραστικό γενικά, αλλά ότι διαστρέβλωνε το χαρακτήρα του δοσμένου πολέμου, που ήταν ένας ιμπεριαλιστικός πόλεμος μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων για την καταλήστευση των αποικιών. Ο ίδιος θα τονίσει ότι σε άλλες συνθήκες, όπως ο εθνικός πόλεμος μιας αποικίας ενάντια σε μια μεγάλη δύναμη, ή ακόμη και σε εξαιρέσεις στον ίδιο αυτό πόλεμο, όπως η περίπτωση της Σερβίας, που δέχτηκε επίθεση χωρίς η ίδια να έχει ιμπεριαλιστικές βλέψεις, η υπεράσπιση της πατρίδας και ο πατριωτισμός μπορεί να παίζουν θετικό ρόλο και να υποστηρίζονται από τους σοσιαλιστές.
Στο θέμα της αυτοδιάθεσης, πέρα από την πολεμική του στην οπορτουνιστική θέση του Κάουτσκι στη διάρκεια του πολέμου, ο Λένιν κριτικάρισε δυο ακόμη αντίθετες αλλά εξίσου λαθεμένες κατευθύνσεις που είχαν εμφανιστεί στη Β΄ Διεθνή. Η μια είναι η θεωρία της εθνικής-πολιτιστικής αυτονομίας του Ότο Μπάουερ. Ο Μπάουερ υποστήριζε τη χωριστή οργάνωση των εθνοτήτων της Αυστροουγγαρίας στα θέματα του πολιτισμού, με κάθε μια να έχει το δικό της εκπαιδευτικό σύστημα, χρησιμοποιώντας τη δική της γλώσσα, κοκ. Η βάση μιας τέτοιας οργάνωσης, κατά τον ίδιο, θα ήταν εξωεδαφική, δηλαδή όλα τα μέλη μιας εθνικότητας θα είχαν τη δυνατότητα να συμμετέχουν, ανεξάρτητα αν κατοικούσαν σε περιοχές όπου ήταν πλειοψηφική ή μειοψηφική. Αυτό βασικά ήταν μια ουτοπική μικροαστική θεωρία που υποσχόταν πλήρη εθνική αυτοδιάθεση, η οποία για τους μαρξιστές γίνεται εφικτή μόνο στο σοσιαλισμό, στα πλαίσια του καπιταλισμού και μάλιστα μιας εξαιρετικά αντιδραστικής κρατικής δομής όπως το κράτος των Αψβούργων, στον «εκσυγχρονισμό» αντί τη διάλυση του οποίου απέβλεπε το εθνικό πρόγραμμα του Μπάουερ.
Ο Λένιν αντέτεινε στον Μπάουερ ότι ο εκπαιδευτικός χωρισμός εφαρμόστηκε στις ΗΠΑ ανάμεσα στους λευκούς και τους μαύρους με τους νόμους Τζιμ Κρόου και δεν οδήγησε σε πολιτιστική αυτοδιάθεση αλλά σε μεγάλωμα του χάσματος μεταξύ τους και των διακρίσεων σε βάρος των μαύρων. Η μαρξιστική πολιτική έπρεπε να συνίσταται, αντίθετα, στο να έχει κάθε χώρα ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα και στα πλαίσιά του να υπάρχει μια όσο γίνεται πιο πλήρης ισοτιμία μεταξύ των διαφορετικών εθνικών ομάδων της. Εδώ έφερε ως παράδειγμα πραγματικού αστικού δημοκρατισμού στο εθνικό ζήτημα την Ελβετία, όπου και οι τρεις ομιλούμενες γλώσσες, γαλλικά, γερμανικά και ιταλικά, ήταν επίσημα αναγνωρισμένες. Οι νόμοι του κράτους δημοσιεύονταν και στις τρεις γλώσσες και δεν υπήρχαν κανενός είδους διακρίσεις ανάμεσα στις εθνικότητές της.
Επιπλέον, σύμφωνα με τον Λένιν, η υποστήριξη της εθνικής-πολιτιστικής αυτονομίας σήμαινε να υποστηρίζονται και τα αντιδραστικά στοιχεία του πολιτισμού της καταπιεζόμενης εθνότητας, που και αυτή θα είναι λίγο-πολύ ταξικά διαφοροποιημένη. Γι’ αυτό η θέση των επαναστατών, πρέπει να διατυπώνεται αρνητικά, «ενάντια στην εθνική καταπίεση και τα προνόμια του ισχυρού έθνους», και όχι θετικά, «υπέρ της εθνικής-πολιτιστικής αυτονομίας» ή της «εθνικής κουλτούρας». Η θετική θέση του προλεταριάτου πρέπει να είναι διεθνιστική, συνοψιζόμενη στο σύνθημα της συνένωσης των δημοκρατικών και σοσιαλιστικών στοιχείων όλων των πολιτισμών.
Ο Λένιν έκανε εδώ τη θεμελιώδη διάκριση μεταξύ των «δυο πολιτισμών» που υπάρχουν σε κάθε έθνος, του κυρίαρχου αστικού φιλελεύθερου ή/και κληρικαλιστικού πολιτισμού, και των στοιχείων του δημοκρατικού και εργατικού πολιτισμού, σημειώνοντας ότι το σύνθημα υπέρ της «εθνικής κουλτούρας» σημαίνει πέρασμα στον αστικό εθνικισμό και στην υποστήριξη του αστικού πολιτισμού, που όντας αναπόφευκτα κυρίαρχος στα πλαίσια του καπιταλισμού παρουσιάζεται ως η «εθνική κουλτούρα». Αυτή η πολεμική του Λένιν παραμένει επίκαιρη απέναντι στα σχήματα της πολυπολιτισμικότητας, που αποτελούν ουσιαστικά μια σύγχρονη παραλλαγή της θεωρίας του Μπάουερ.
Η άλλη άποψη που κριτικάρισε ο Λένιν είναι η θέση της Ρόζας Λούξεμπουργκ ότι η εθνική αυτοδιάθεση έχει καταστεί αδύνατη στην εποχή του ιμπεριαλισμού. Αυτή η άποψη είναι ο αντίποδας εκείνης του Μπάουερ: ενώ ο Μπάουερ υποσχόταν πλήρη αυτοδιάθεση στις συνθήκες του αντιδραστικού καπιταλισμού, η Ρόζα Λούξεμπουργκ, πηγαίνοντας στο αντίθετο άκρο, έλεγε ότι καμιά αυτοδιάθεση δεν είναι δυνατή υπό αυτές τις συνθήκες, γιατί ο ιμπεριαλισμός καταργεί την ανεξαρτησία των εθνών.
Απαντώντας ο Λένιν έδειξε ότι οι υποστηρικτές αυτών των απόψεων συνέχεαν την πολιτική ανεξαρτησία με την οικονομική ανεξαρτησία και από το γεγονός ότι η δεύτερη δεν είναι εφικτή στον ιμπεριαλισμό συμπέραιναν ότι δεν είναι εφικτή και η πρώτη. Στην πράξη αυτό κατέληγε σε μια αντιδραστική απάρνηση των απελευθερωτικών κινημάτων των λαών και ιδιαίτερα σε μια υπεράσπιση της ακεραιότητας της Τσαρικής Αυτοκρατορίας, όταν αυτή λειτουργούσε ως μια φυλακή των μικρών λαών, που αφυπνίζονταν και διεκδικούσαν την ανεξαρτησία τους. Ο Λένιν φέρνει ως παράδειγμα του γεγονότος ότι η αυτοδιάθεση στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού είναι δυνατή την απόσχιση, μετά από δημοψήφισμα, της Νορβηγίας από τη Σουηδία το 1905.
Βλέποντάς τη σήμερα, η θέση της Λούξεμπουργκ θα φανεί αναμφίβολα ανόητη: την τελευταία 20ετία, και ακόμη μετά το 1945 με την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, είχαμε δεκάδες ανακηρύξεις νέων κρατών. Ωστόσο, τα πράγματα είναι κάπως πιο περίπλοκα. Η Λούξεμπουργκ υποστήριζε το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης για τις καταπιεσμένες εθνότητες της Αυστροουγγαρίας και της Τουρκίας, που αποτελούσαν κατάλοιπα της φεουδαρχικής εποχής, αλλά, και εδώ έκανε λάθος, όχι για την Πολωνία, όπου υπήρχε ανταγωνισμός ανάμεσα στην Πολωνική Σοσιαλδημοκρατία και τους Πολωνούς μικροαστούς εθνικιστές σοσιαλιστές. Η λογική βάση της θέσης της ήταν ότι στις αρχές του 20ού αιώνα η αυτοδιάθεση ήταν εξαιρετικά δύσκολη, επειδή ο ιμπεριαλισμός κυριαρχούσε παγκόσμια και η βασική τάση του ήταν η υποδούλωση των μικρών χωρών με τη μετατροπή τους σε αποικίες. Ωστόσο, ωθούσε τη θέση της στην απολυτότητα, υποστηρίζοντας λαθεμένα ότι η αυτοδιάθεση είναι τελείως αδύνατη.
Από μεθοδολογική άποψη, η αυθαιρεσία της Λούξεμπουργκ βρισκόταν στο ότι ανήγαγε άμεσα την πολιτική στην οικονομία αντιλαμβανόμενη την αυτοδιάθεση ως οικονομική αδυνατότητα, ενώ ο Μπάουερ, αντίθετα, μετέθετε την αυτοδιάθεση από την πολιτική στην πολιτιστική και ιδεολογική σφαίρα. Ο Λένιν υπογράμμισε στην κριτική του ότι η αυτοδιάθεση των εθνών είναι ένα αποκλειστικά πολιτικό αίτημα και ως τέτοιο μπορεί να εκπληρωθεί στον ιμπεριαλισμό όσο και τα άλλα δημοκρατικά αιτήματα, δηλαδή μόνο κατ’ εξαίρεση και περιορισμένα. «Όχι μόνο το δικαίωμα των εθνών στην αυτοδιάθεση, αλλά όλα τα βασικά αιτήματα της πολιτικής δημοκρατίας είναι μόνο εν μέρει “εφικτά” κάτω από τον ιμπεριαλισμό, και μάλιστα σε μια διαστρεβλωμένη μορφή και κατ’ εξαίρεση». Αλλά αυτό δεν σήμαινε ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία, και την εθνική ελευθερία ως μέρος του, ήταν μάταιος, αντιδραστικός ή αναποτελεσματικός: «Θα ήταν ριζικό λάθος να πιστεύουμε ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία μπορεί να εκτρέψει το προλεταριάτο από τη σοσιαλιστική επανάσταση ή να την κρύψει, να την επισκιάσει, κ.λπ. Αντίθετα, όπως δεν μπορεί να υπάρξει νικηφόρος σοσιαλισμός που δεν ασκεί έμπρακτα την πλήρη δημοκρατία, το προλεταριάτο δεν μπορεί να προετοιμαστεί για τη νίκη του ενάντια στην αστική τάξη, χωρίς ένα ολόπλευρο, συνεπή και επαναστατικό αγώνα για τη δημοκρατία».
Στην κριτική του ο Λένιν υπέδειξε ακόμη την ανάγκη να προσεγγίζεται συγκεκριμένα και ιστορικά το ζήτημα της αυτοδιάθεσης. Διέκρινε τρεις ομάδες χωρών, για την κάθε μια από τις οποίες στις αρχές του 20ού αιώνα το ζήτημα της αυτοδιάθεσης έμπαινε διαφορετικά. Στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης η διαδικασία σχηματισμού των εθνικών κρατών είχε εκπληρωθεί βασικά στην περίοδο 1789-1870. Σε αυτές τις χώρες το εθνικό ζήτημα ήταν βασικά λυμένο και δεν μπορούσε να δώσει γένεση σε προοδευτικά κινήματα έτσι έμπαινε στην ημερήσια διάταξη ο αγώνας για το σοσιαλισμό. Στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης (Τσαρική Ρωσία, εν μέρει Αυστροουγγαρία) και τα Βαλκάνια, το εθνικό ζήτημα ήταν ένα ζήτημα του παρόντος, καθώς τα εθνικά κινήματα των χωρών αυτών είχαν αναπτυχθεί κυρίως μετά το 1905. Τέλος, για την Ανατολή (Κίνα, Ινδία, Περσία) και τις άλλες αποικίες (Αφρική, κ.λπ.) που μόλις άρχιζαν να αφυπνίζονται ιστορικά, ο αγώνας για την εθνική τους ανεξαρτησία ήταν ένα ζήτημα του μέλλοντος. Ο Λένιν προέβλεψε ότι στις χώρες αυτές θα αναπτύσσονταν μαζικά εθνικά κινήματα για την απελευθέρωσή τους από την ιμπεριαλιστική υποδούλωση και εκμετάλλευση, τα οποία θα ενίσχυαν τον αγώνα για το σοσιαλισμό, τόσο στην ίδια την Ανατολή, όσο και παγκόσμια.


*Ο Χρήστος Κεφαλής είναι μέλος της ΣΕ της Μαρξιστικής Σκέψης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: