Δευτέρα, 3 Ιουνίου 2013

Σλαβόι Ζίζεκ: ο θεωρητικός της σοσιαλδημοκρατικής στροφής

του  Άγγελου Ηρακλείδη
 
Στο 6ο «Ριζοσπαστικό Φόρουμ» στο Ζάγκρεμπ, ο Αλέξης Τσίπρας συζήτησε σε στρογγυλό τραπέζι με τον γνωστό αριστερό Σλοβένο φιλόσοφο Σλαβόι Ζίζεκ, με θέμα το «ρόλο της ευρωπαϊκής Αριστεράς». Στη συζήτηση αυτή, αλλά και στη....

συνέντευξη που έδωσε στην Ελευθεροτυπία με αφορμή το θόρυβο που ξεσήκωσε η Νέα Δημοκρατία για ένα χοντροκομμένο αστείο του, ο Ζίζεκ περιέγραψε τους λόγους που υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ, τις προσδοκίες που έχει από αυτόν και έκανε συγκεκριμένες προτάσεις για την πολιτική του κατεύθυνση.
Στο άρθρο αυτό δεν μας απασχολεί η φιλοσοφική σκέψη του Ζίζεκ. Παρόλο που η μάχη στο πεδίο των αφηρημένων ιδεών δεν είναι ούτε δευτερεύουσας σημασίας, ούτε αποκομμένη από την πολιτική ουσία των ζητημάτων, η έγκυρη και συνεπής μαρξιστική κριτική των θεωρητικών θέσεων ενός πολύπλευρου και καθόλου λακωνικού διανοούμενου, αν και αναγκαία, θα αποτελούσε ένα ιδιαίτερα κοπιαστικό καθήκον που δεν μπορεί να εκπληρωθεί εδώ.
Όμως, όταν ο Ζίζεκ επιχειρεί να εφαρμόσει τις θεωρίες του στη σφαίρα της πολιτικής, τα αποτελέσματα είναι συγκεκριμένα και αξίζουν προσοχής και κριτικής. Γιατί ουσιαστικά, με το κύρος του ακαδημαϊκού και την αναγνωρισιμότητα ενός ροκ σταρ, όπως έχει ειπωθεί γι’ αυτόν, θεμελιώνει θεωρητικά ένα σύγχρονο ρεφορμιστικό ρεύμα και γίνεται απολογητής της δεξιάς στροφής της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο Ζίζεκ θεωρεί ότι ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα τελείως νέο και μοναδικό φαινόμενο. Διαφέρει ουσιαστικά τόσο από παλιότερα ριζοσπαστικά κινήματα, όπως του Μαντέλα στην Νότια Αφρική και του Λούλα στην Βραζιλία που ήρθαν στην εξουσία με την υπόσχεση ριζικών αλλαγών, αλλά κατάφεραν μόνο περιορισμένες αλλαγές – σε τελική ανάλυση όμως υπηρέτησαν το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα –, όσο και από τη λεγόμενη «ριζοσπαστική αριστερά» που επικαλείται καθαρές επαναστατικές αρχές, αλλά δεν τολμά και δεν θέλει να πάρει την ευθύνη της εξουσίας έχοντας εξασφαλισμένη την αποτυχία.
Ο ΣΥΡΙΖΑ διαφέρει, ισχυρίζεται, στο ότι ενώ είναι μια πραγματική, με αρχές, ριζοσπαστική αριστερά, έχει το βασικό προσόν να μιλάει τη γλώσσα της λογικής σε ένα ευρωπαϊκό πολιτικό περιβάλλον που ολοένα παραλογίζεται. Η επιλογή της λιτότητας είναι, λέει ο Ζίζεκ, δογματική και στηρίζεται σε «μυθικές αφηγήσεις»:
«…Κάτι πολύ επικίνδυνο συμβαίνει τώρα στην Ευρώπη…νομίζω πως η πολιτική ελίτ της Ευρώπης σταδιακά χάνει την ικανότητά της να κυβερνάει. Σε άλλες χώρες κάποιοι συμβιβασμοί είναι εφικτοί. Ο Ομπάμα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κάτι καταφέρνει. Η Ευρώπη όμως χάνει την πυξίδα της. Οι ηγέτες δεν ξέρουν τι κάνουν. Το καθήκον του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι να πάρει κάποια τρελά ριζοσπαστικά μέτρα, αλλά απλά, με έναν πολύ πραγματιστικό τρόπο που θα έχει όμως πραγματικά ριζοσπαστικές συνέπειες, να φέρει τη λογική, να δώσει ελπίδα στον λαό, να σταθεροποιήσει την κατάσταση…» και συνεχίζει, «…αυτό που λέω είναι πως πρέπει να προσέξουμε περισσότερο το ζήτημα του παράλογου που ενσωματώνεται στις καθημερινές μας αντιδράσεις, ο ιδεολογικός παραλογισμός του σημερινού παγκόσμιου συστήματος. Όπως είπε και ο Κρούγκμαν,, ακόμα κι αν γνωρίζαμε 10 χρόνια νωρίτερα για την οικονομική κρίση του 2008, δεν θα κάναμε τίποτα για να τη σταματήσουμε. Αυτή είναι η τραγωδία του σημερινού καπιταλισμού. Ακόμα κι αν το γνωρίζεις, θα ακολουθήσεις τις αυταπάτες σου…»
Όμως, τι κάνει τους Ευρωπαίους ηγέτες να φέρονται παράλογα; Αυτούς που οι Θεοί θέλουν να καταστρέψουν, πρώτα τους τρελαίνουν, λέει ένα αρχαίο ρητό.
Το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η ευρωπαϊκή πολιτική τάξη δεν είναι άλλο από τη βαθύτερη κρίση στην ιστορία του καπιταλισμού. Καμία ιδιαίτερη σημασία δεν φαίνεται να δίνει ο Ζίζεκ στις υλικές συνθήκες και την ανάλυση των ταξικών σχέσεων. Οι Μαρξιστές ωστόσο, που έχουν σαν αφετηρία ακριβώς αυτά, εδώ και πολλά χρόνια υποστήριξαν πως η ένωση της ευρωπαϊκής ηπείρου, παρόλο που αποτελεί μονόδρομο για τους Ευρωπαίους αστούς – αφού χωρίς αυτήν είναι ανίκανοι να ανταγωνιστούν τα άλλα ισχυρά οικονομικά μπλοκ που συμμετέχουν στην παγκόσμια αγορά –, είναι ένα καθήκον που δεν μπορούν να φέρουν σε πέρας. Αυτό συμβαίνει επειδή ο εσωτερικός ανταγωνισμός των κρατών που συμμετέχουν στην Ένωση αποκτά εκρηκτικό χαρακτήρα, όταν το μερίδιο τους στις αγορές μειώνεται ραγδαία εξαιτίας της κρίσης.
Έτσι, η Γερμανία, ως ο βασικός πυλώνας της Ένωσης, με τη διπλή ταυτότητα του «εταίρου» και ταυτόχρονα του ανταγωνιστή των υπολοίπων, δεν μπορεί ούτε να αναλάβει τα βάρη των χρεών των υπολοίπων κρατών, μεταφέροντας έτσι το βάρος της κρίσης στο εσωτερικό της – θα ήταν πραγματικά παράλογο να το έκανε – ούτε όμως και να συναινέσει σε ανεξέλεγκτο τύπωμα χρήματος που θα οδηγούσε σε έκρηξη του πληθωρισμού σε επόμενο στάδιο της κρίσης. Μια τέτοια έκρηξη θα ήταν τελείως αδύνατο να ελεγχθεί, πολύ περισσότερο μέσα στο πολύπλοκο και δυσκίνητο πολιτικό σκηνικό της Ευρώπης. Την ίδια στιγμή, καμία από τις υπόλοιπες άρχουσες τάξεις της Ευρώπης δεν είναι διατεθειμένη να πληρώσει το λογαριασμό που της έχει επιβληθεί, αλλά τον μεταθέτει στα κατώτερα στρώματα, με τον κίνδυνο της διατάραξης της κοινωνικής ισορροπίας που είχε παγιωθεί κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Αυτό που συμβαίνει συνεπώς στην «πολιτική ελίτ» της Ευρώπης, αυτό που την καθιστά παράλογη, δεν είναι μια υποτίθεται νεοφιλελεύθερη ιδεολογία που μυθοποιεί τις αρετές της λιτότητας, αλλά το πραγματικό και απελπιστικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει. Οι πολιτικοί ιθύνοντες της άρχουσας τάξης είναι σε θέση να το δουν αυτό καθαρά, όχι όμως και οι τεχνοκράτες που απλά βλέπουν το «σύστημά τους» να τρελαίνεται. Για αυτούς τους τεχνοκράτες, ο λόγος που εκφέρει σε διεθνείς συναντήσεις ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ ακούγεται λογικός: να σταματήσει η λιτότητα, να ανατραπεί ο φαύλος κύκλος της ύφεσης και να επανέλθει η ανάπτυξη. Πράγματι, αυτό θα ήθελαν όλοι, είναι όμως εφικτό;
«Η πολιτική της λιτότητας δεν είναι μια λογική πολιτική.» λέει ο Ζίζεκ. Όμως, ούτε η πολιτική του πολέμου είναι λογική πολιτική, αλλά είναι σύμφυτη με μια κοινωνία που σπαράσσεται από ταξικές αντιθέσεις. Η λιτότητα δεν είναι παρά μια μορφή του ταξικού πολέμου, μια αναγκαία επιλογή της άρχουσας τάξης και όχι απλά μια πολιτική επιλογή. Η έκβαση αυτού του πολέμου θα κριθεί από τις θέσεις και την ετοιμότητα των κοινωνικών δυνάμεων, αλλά και την αποφασιστικότητα και το σωστό προσανατολισμό των ηγεσιών τους. Οι στρατηγικοί εγκέφαλοι του κεφαλαίου γνωρίζουν πολύ καλά πως αργά ή γρήγορα θα θερίσουν θύελλες και ετοιμάζονται γι’ αυτό. Ποια είναι όμως και ποια πρέπει να είναι η στρατηγική των ηγεσιών της εργατικής τάξης;
Στη συνέντευξή του στην Ελευθεροτυπία, λέει: «…έχω βαρεθεί την Αριστερά που δηλώνει ότι παραμένει πιστή στις αρχές της και ονειρεύεται ριζοσπαστικές λύσεις και πάντα καταλήγει στο περιθώριο, αφού ουσιαστικά δεν θέλει να νικήσει. Ίσως γιατί όταν βρεθεί στην εξουσία, θα αποκαλυφθεί η αναποτελεσματικότητά της. Αντίθετα, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι έτοιμος να πάρει την εξουσία σε μια δύσκολη στιγμή για τη χώρα σας και χωρίς να υπόσχεται μια γρήγορη λύση. Δεν είναι κάποιοι τρελοί αριστεροί που θα πάνε να πραγματώσουν την ουτοπία και όταν αποτύχουν θα κατηγορούν το δυτικό ιμπεριαλισμό.»
Ο Ζίζεκ σωστά απορρίπτει τις διάφορες σεχταριστικές ομάδες της «ριζοσπαστικής αριστεράς» που με τις θέσεις και τις μεθόδους τους, δήθεν στο όνομα της καθαρότητας των επαναστατικών ιδεών, καθίστανται τελείως ανίκανες να συνδεθούν με τις πραγματικές ανάγκες των μαζών. Βέβαια, το χαρακτηριστικό των σεχταριστών δεν είναι η σταθερότητα αρχών, όπως ισχυρίζεται, αλλά η ακαμψία στις τακτικές και η αφηρημένη προπαγάνδα ενός προγράμματος επαναστατικού μόνο στα λόγια.
Η απάντηση όμως στον σεχταρισμό που πράγματι οδηγεί στην απομόνωση από τις μάζες και την αποτυχία – και άραγε τι σημασία έχει η «επαναστατική καθαρότητα» αν οι πολιτικές που εκπορεύονται από αυτήν οδηγούν σε βέβαιη ήττα –, δεν είναι η αποκήρυξη του επαναστατικού προγράμματος, δεν είναι η απώθηση του «στρατηγικού στόχου του σοσιαλισμού» σε ένα τελείως απροσδιόριστο μέλλον. Αντίθετα είναι ακριβώς η υιοθέτηση ενός γνήσιου επαναστατικού προγράμματος συνδυασμένου με τις πλέον ευέλικτες τακτικές που μπορεί να εξασφαλίσει το ρίζωμα του μαζικού κόμματος στη συλλογική συνείδηση της εργατικής τάξης. Η τέχνη εξάλλου της επαναστατικής πολιτικής έγκειται στην επιτυχία σύνδεσης της πολιτικής του κόμματος με την τωρινή συνείδηση των εργαζομένων και η σταδιακή ανύψωσή της στο επίπεδο των αντικειμενικών καθηκόντων που θέτει η κατάσταση, δηλαδή της επαναστατικής ανατροπής του καπιταλισμού.
Για τον Ζίζεκ όμως είναι ακόμα πολύ νωρίς για την ανατροπή του καπιταλισμού. Η κυβέρνηση της Αριστεράς στη φάση αυτή έχει πιο μετριοπαθή ορίζοντα. Δεν απαιτούνται τρελά ριζοσπαστικά μέτρα, αλλά «…με έναν πολύ πραγματιστικό τρόπο που θα έχει όμως πραγματικά ριζοσπαστικές συνέπειες, να φέρει τη λογική, να δώσει ελπίδα στον λαό, να σταθεροποιήσει την κατάσταση…»
Η κατά Ζίζεκ επαναφορά της λογικής όμως, περιλαμβάνει πολιτικές που προορίζονται για εφαρμογή στα πλαίσια του καπιταλισμού, πράγμα όχι ιδιαίτερα φρόνιμο. Ο καπιταλισμός λειτουργεί σύμφωνα με τους νόμους του και στα πλαίσια του είναι αδύνατο να υπάρξει εκλογίκευση πρώτα και κύρια στη σφαίρα της παραγωγής και της διανομής – δεν μπορεί να υπάρξει ούτε καταγραφή των πραγματικών κοινωνικών αναγκών, ούτε ορθολογικός σχεδιασμός στην παραγωγή των προϊόντων που προορίζονται να τις καλύψουν. Κάθε πολιτική που σέβεται τις καπιταλιστικές σχέσεις, όπως μια κεϋνσιανή πολιτική τόνωσης της ζήτησης που συχνά προπαγανδίζεται από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, δεν είναι καθόλου λογική από τη στιγμή που επιδιώκει να αντιμετωπίσει μια κρίση που πηγάζει από τις ίδιες τις καπιταλιστικές σχέσεις, όχι ερχόμενη αντιμέτωπη με τις αιτίες της, αλλά καταπολεμώντας τα συμπτώματά της με γιατροσόφια.
Όμως στις απόψεις του Ζίζεκ κρύβεται μια αντιδραστική αυταπάτη. Ότι η Αριστερά, διαθέτοντας μια λογική ανάλυση, όταν είναι στην κυβέρνηση θα μπορέσει να πείσει ένα τμήμα, έστω, των καπιταλιστών να υποστηρίξουν πολιτικές που θα ωφελήσουν τόσο αυτούς, όσο και τους εργαζόμενους. Είναι μια αντίληψη που έχει τόση αξία όσο να πιστεύει κανείς πως μπορεί να πείσει μια τίγρη να γίνει χορτοφάγος.
Για να μπορέσει να σταθεροποιηθεί η κατάσταση στο έδαφος του καπιταλισμού και να δοθεί ελπίδα στο λαό, θα ήταν απαραίτητο η οικονομία να μπορεί να παράγει πλεονάσματα και να υπάρχει τέτοιος συσχετισμός κοινωνικών δυνάμεων σε εθνικό και διεθνές επίπεδο που να εξασφαλίζει για την εργατική τάξη ένα ικανοποιητικό μερίδιο. Αυτό είναι ένα σενάριο που μόνο υπό ειδικές προϋποθέσεις θα μπορούσε να συμβεί σε μια περίοδο ισχυρής καπιταλιστικής ανάκαμψης – όπως ήταν η μεταπολεμική περίοδος στην Ευρώπη – αλλά απολύτως ουτοπικό στη φάση της βαθύτερης κρίσης του συστήματος.
Βλέπουμε λοιπόν, πως ενώ ο Ζίζεκ δηλώνει πως βαρέθηκε τον σεχταρισμό της «επαναστατικής Αριστεράς», δεν φαίνεται να βαρέθηκε το ίδιο τον ρεφορμισμό που είναι μια πολιτική παράδοση και πρακτική που παρά το όνομα που φέρει («μεταρρυθμισμός») είναι οργανικά ανίκανη να φέρει σε πέρας ακόμα και τις πιο ελάχιστες μεταρρυθμίσεις. Παρά τη δριμεία κριτική στον καπιταλισμό, κυρίως από μια ηθική σκοπιά, στην πραγματικότητα οι απόψεις του αντανακλούν εμπιστοσύνη στις αναπτυξιακές προοπτικές του συστήματος, ενώ κρίσεις όπως αυτή της Ελλάδας τις αξιολογεί ως τοπικά φαινόμενα.

Οι…ρεαλιστικές συμμαχίες του Ζίζεκ

Έχοντας θέσει μια τέτοια προοπτική για τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Ζίζεκ αναπόφευκτα έρχεται να προτείνει εξίσου «πρωτότυπες» πολιτικές συμμαχίες. Λέει στην «Ελευθεροτυπία»: «Αυτό που χρειαζόμαστε είναι αληθινές και ρεαλιστικές συμμαχίες, όχι κομμουνιστικές επαναστάσεις, αλλά αστικά κοινοβούλια που θα φέρουν αποτελέσματα. Να ξεφύγει η Αριστερά από το σεχταρισμό της και να πλησιάσει την αποκαλούμενη πατριωτική αστική τάξη.»
Εφόσον οι «κομμουνιστικές επαναστάσεις» δεν είναι επίκαιρες και συνεπώς ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει πρόθεση να αμφισβητήσει τις καπιταλιστικές σχέσεις, φαίνεται πολύ λογικό και απλό να «πλησιάσει» την «πατριωτική» αστική τάξη, σαν έναν αναγκαίο σύμμαχο για τις προσπάθειες του. Μόνο εμπόδιο σε αυτή τη ρεαλιστική συμμαχία φαίνεται πως στέκεται ένα σεχταριστικό κομμάτι της Αριστεράς. Πιθανώς μάλιστα για να ξεπεραστεί αυτό το εμπόδιο η Αριστερά να χρειάζεται…μια Θάτσερ, όπως ανέφερε σε άλλο σημείο της ίδιας συνέντευξης.
Ο Ζίζεκ λοιπόν, δεν έχει καμία αναστολή να προκρίνει για τον ΣΥΡΙΖΑ μια πολιτική ταξικής συνεργασίας. Χρειάζεται φαντασία θα πει, όχι ταμπού. Όμως εμείς δεν έχουμε καμία υποχρέωση να αποδεχτούμε μια βαθιά λαθεμένη και επικίνδυνη θέση, από όποια φαντασία κι αν προέρχεται. Αντιθέτως, έχουμε καθήκον να αναδείξουμε το βλαβερό ρόλο που μπορούν να παίξουν τέτοιες ιδέες στον ΣΥΡΙΖΑ και το κίνημα γενικά.
Ξεκινώντας, προβληματίζεται κανείς για το αν υφίσταται και ποια είναι αυτή η περίφημη «πατριωτική» αστική τάξη και τελικά τι είδους κοινά συμφέροντα μπορεί να έχει με την εργατική τάξη. Γιατί είναι πολύ διαφορετικό να μιλάει κανείς για συμμαχία με τμήμα της αστικής τάξης και φυσικά διαφορετικό να προβληματίζεται για το πώς μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα κερδίσει τους μικρούς παραγωγικούς καπιταλιστές που σήμερα συντρίβονται από την κρίση.
Όταν ο Ζίζεκ αναφέρεται στην «πατριωτική» αστική τάξη, σαφέστατα αναφέρεται σε ένα κοινωνικό στρώμα – φάντασμα. Υποτίθεται πως θα έπρεπε να είναι ένα προοδευτικό κοινωνικό στρώμα που να διαθέτει τα κεφάλαια και να έχει διάθεση να τα επενδύσει σε παραγωγικούς σκοπούς που θα αναμόρφωναν την εικόνα της ελληνικής κοινωνίας – όχι να τα αποθηκεύει σε τράπεζες του εξωτερικού και σε υπεράκτιες εταιρίες –, εξαφανίζοντας τα ξεπερασμένα απομεινάρια της ιστορίας, όπως για παράδειγμα σε θεσμικό επίπεδο την οργανική σύνδεση του κράτους με την ελληνορθόδοξη εκκλησία. Δεν χρειάζεται πολύ ανάλυση για να πειστεί κανείς πως ένα τέτοιο στρώμα δεν υπήρξε ποτέ για τον ελληνικό καπιταλισμό και πολύ περισσότερο δεν υπάρχει σήμερα, που τέτοιο δεν υφίσταται πλέον ούτε στις ανεπτυγμένες χώρες της δυτικής Ευρώπης που η αστική τάξη υπήρξε ιστορικά ο μεγάλος αναμορφωτής της κοινωνίας.
Σοβαρή ένδειξη της μη ύπαρξης αυτής της «πατριωτικής» αστικής τάξης είναι η απουσία ανεξάρτητης πολιτικής έκφρασής της. Μικροί και μεσαίοι καπιταλιστές που αντιδρούν σπασμωδικά στην πολιτική της τρόικας, στην πραγματικότητα δυσανασχετούν με το γεγονός πως η κυβέρνηση δεν είναι σε θέση πλέον να τους προσφέρει οποιαδήποτε ασπίδα προστασίας απέναντι στην επέλαση του ξένου μεγάλου κεφαλαίου. Απελπισμένοι καθώς είναι, πολιτικά στρέφονται είτε προς δημαγωγικούς δεξιούς και ακροδεξιούς σχηματισμούς, προς τους Ανεξάρτητους Έλληνες ή την Χρυσή Αυγή δηλαδή, είτε προς τον ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η σύγκλιση που επιχειρεί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ με τους ΑΝ.ΕΛ. δεν αποτελεί έκφραση του πλησιάσματος με έναν πολιτικό εκπρόσωπο της υποτιθέμενης «πατριωτικής» αστικής τάξης, αλλά είναι μια συμμαχία απόλυτα αντιδραστική και ευκαιριακού χαρακτήρα που απογοητεύει και προκαλεί σύγχυση στη βάση του. Δυστυχώς οι επιπόλαιες αναφορές του Ζίζεκ, αντί να διευκρινίζουν τα ζητήματα ως όφειλαν, προσφέρουν «ριζοσπαστική» κάλυψη σε αντιδραστικές μεθοδεύσεις που έλκουν την καταγωγή τους όχι σε υποτίθεται πρωτότυπες ιδέες, αλλά στις πιο υπονομευτικές για το κίνημα τακτικές του σταλινισμού της περιόδου της δεκαετίας του 1930.

Ποια θα έπρεπε να είναι η στάση του ΣΥΡΙΖΑ απέναντι στα μεσαία στρώματα;

Αντί να γίνεται λόγος για πλησίασμα στην «πατριωτική» αστική τάξη, θα έπρεπε η συζήτηση να επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο η κυβέρνηση της Αριστεράς θα μπορούσε να εξασφαλίσει τη στήριξη ή έστω την παθητική αποδοχή των μεσαίων στρωμάτων.
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Αριστερά θα έχει ανάγκη από συμμαχίες όταν βρεθεί με την εξουσία στα δικά της χέρια. Όμως, το βασικό της καθήκον είναι να επιτύχει να εκφράσει με μεγάλη πλειοψηφία και να οργανώσει μαζικά και δημοκρατικά την εργατική τάξη στο κόμμα της. Καμία συζήτηση για συμμαχίες δεν έχει νόημα, χωρίς αυτή τη βασική προϋπόθεση. Η κατάκτηση όμως των μεσαίων στρωμάτων δεν μπορεί να γίνει με την υποχώρηση στους όρους των αστών πολιτικών συμμάχων της που στην πραγματικότητα δεν διαθέτουν τη συνεπή και σταθερή υποστήριξη κανενός κοινωνικού στρώματος. Ο μόνος τρόπος είναι η κυβέρνηση της Αριστεράς να εφαρμόσει αταλάντευτα το πρόγραμμα της εργατικής τάξης, που δεν είναι άλλο από το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η κοινωνικοποίηση του τραπεζικού συστήματος και των στρατηγικών τομέων της οικονομίας δεν είναι πρόγραμμα εχθρικό προς τα μεσαία στρώματα. Αντιθέτως, μόνο έτσι είναι δυνατό να ελεγχθεί η ροή της τραπεζικής πίστης και να κατευθυνθεί σχεδιασμένα η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, προσφέροντας οξυγόνο στους μικροαστούς εκείνους που έχουν πραγματικά παραγωγικούς σκοπούς και σήμερα συνθλίβονται από τα μονοπώλια.
Σεχταρισμός δεν είναι η «κομμουνιστική επανάσταση». Αντιθέτως, το ξέσπασμα επαναστατικού χαρακτήρα γεγονότων από τη μία χώρα στην άλλη – με πιο πρόσφατα τα γεγονότα στην Τουρκία που είναι σε εξέλιξη – δείχνει πως δεν έχουμε μεμονωμένα, τοπικά φαινόμενα, αλλά εκδηλώσεις των συνεπειών της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης. Ο χαρακτήρας των επαναστάσεων είναι αντικειμενικά «κομμουνιστικός». Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Αριστερά στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον κόσμο μπορεί να αναλύσει τα φαινόμενα, να προσανατολιστεί σωστά και να καταφέρει να ηγηθεί των εργαζόμενων μαζών όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά με ενιαίο και συντονισμένο τρόπο σε κάθε χώρα. Μια νέα και μαζική επαναστατική Διεθνής που θα στηρίζεται στα στέρεα θεμέλια του Μαρξισμού γίνεται πιο επίκαιρη από ποτέ.
Ο Σλάβοι Ζίζεκ, ομιλητής με έντονους μορφασμούς του προσώπου και διαρκείς κινήσεις των χεριών, με προκλητικά αστεία και λεκτικές υπερβολές, δεν δείχνει να κατανοεί την ουσία των φαινομένων. Παράλληλα με τη στήριξή του στον ΣΥΡΙΖΑ, υιοθετεί άκριτα ολόκληρη την ατζέντα της ηγεσίας. Γίνεται έτσι ιδεολογικός απολογητής της, πετυχαίνοντας να θεωρητικοποιήσει όλα της τα σφάλματα περιβάλλοντάς τα με την αίγλη ενός «ριζοσπαστικού φιλοσόφου». Ο «ριζοσπαστισμός» του όμως, ανεξάρτητα από προθέσεις, είναι ασυνεπής και υποκρύπτει τον πιο ύπουλο συντηρητισμό. Τον συντηρητισμό της ταξικής συνεργασίας που είναι ο θεμέλιος λίθος κάθε σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής.
Για την Κομμουνιστική Τάση του ΣΥΡΙΖΑ από την άλλη, η υποστήριξη στον ΣΥΡΙΖΑ είναι θεμελιώδες καθήκον. Οι πλατιές μάζες στράφηκαν σ’ αυτόν επενδύοντας τις ελπίδες τους και θα τον υποστηρίξουν ξανά προσδοκώντας αισθητές αλλαγές στη ζωή τους. Αν δεν τις δουν όμως, δεν θα τις καθησυχάσει η δήλωση που με σπουδή τονίζει ο Ζίζεκ, πως ο ΣΥΡΙΖΑ «δεν υπόσχεται γρήγορη λύση». Αντίθετα, είναι πιθανό να δοκιμάσει την οργή τους. Για την Κομμουνιστική Τάση ο μόνος ρεαλιστικός δρόμος για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι, η κυβέρνηση της Αριστεράς να είναι μια επαναστατική κυβέρνηση ανατροπής του καπιταλισμού και εγκαθίδρυσης μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης, κοινωνικοποιημένης οικονομίας που θα ανοίξει τον δρόμο για τη σοσιαλιστική επανάσταση στην Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: