Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

ΚΚΕ(μ-λ): Άκυρο-Λευκό στις Δημοτικές Εκλογές

Η στάση που κρατάμε σε κάθε εκλογική αναμέτρηση εξαρτάται κάθε φορά από τις ιδιαίτερες πολιτικές συνθήκες της περιόδου, τις αναγκαιότητες που κρίνουμε ότι υπάρχουν για το λαό και το κίνημα και, φυσικά, τα...
ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των Αυτοδιοικητικών ή Βουλευτικών εκλογών ή των Ευρωεκλογών. Το βέβαιο είναι ότι σε καμιά περίπτωση δε θεωρούμε ότι το κύριο πεδίο της πολιτικής μας παρέμβασης είναι το εκλογικό, χωρίς αυτό να μας οδηγεί στο να αγνοούμε την πολιτική μάχη που δίνεται έτσι κι αλλιώς. Στην πολιτική μάχη συμμετέχουμε πάντα, είτε με ψηφοδέλτιο είτε χωρίς ή ακόμα και απέχοντας.

Ο χαρακτήρας των Δημοτικών εκλογών σχετίζεται άμεσα με το χαρακτήρα της Τοπικής Αυτοδιοίκησης γενικά. Ο θεσμός αυτός, παρότι ξεκίνησε ως λαϊκός, έχει εδώ και χρόνια χάσει αυτό το χαρακτήρα, βαίνει σε όλο και πιο αντιδραστική κατεύθυνση και γίνεται το μακρύ χέρι της κεντρικής εξουσίας στις τοπικές κοινωνίες. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται, προφανώς, στους γενικότερους αρνητικούς πολιτικούς και ταξικούς συσχετισμούς για το λαό και τους εργαζόμενους, οι οποίοι έχουν ως αποτέλεσμα να αμβλύνεται η πίεση του λαού μιας πόλης προς την τοπική εξουσία και η απαίτησή του προς αυτήν να πάρει θέση στις διεκδικήσεις προς την κεντρική εξουσία.
Το σύστημα, φυσικά, έχει φροντίσει να βοηθήσει στην εκτόνωση αυτής της πίεσης. Οι νόμοι «Καποδίστριας» και «Καλλικράτης» είχαν δυο βασικούς στόχους: Να συγχωνεύσουν Δήμους και Κοινότητες, ώστε να απομακρυνθεί όσο περισσότερο γίνεται ο λαός από Δημάρχους και Δημοτικούς Συμβούλους, αλλά και να κατοχυρώσουν τον αιρετό δεύτερο βαθμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης, τον οποίο ο λαός καλείται να εκλέξει, χωρίς να έχει, ουσιαστικά, καμιά πρόσβαση και σχέση με αυτόν.
Γεγονός, ωστόσο, παραμένει ότι πολύ συχνά κινητοποιήσεις κατοίκων, γονέων, εργαζόμενων ή άλλων τοπικών συλλογικοτήτων έχουν στόχο τα Δημοτικά Συμβούλια και όχι τα παλιά Νομαρχιακά ή, πολύ περισσότερο, τα τωρινά Περιφερειακά. Και μάλιστα οι κινητοποιήσεις αυτές ορισμένες φορές έχουν και επιτυχίες, μικρές ίσως, αλλά χειροπιαστές. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της πίεσης που μπορεί να ασκηθεί σε τοπικό επίπεδο από τον κόσμο που όχι μόνο ξέρει την πόλη του και τα προβλήματά της, αλλά έχει και πρόσβαση στις τοπικές αρχές.
Εδώ βρίσκεται και μια σημαντική διαφορά του πρώτου από το δεύτερο βαθμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Και οι Νομαρχίες παλιότερα και, πολύ περισσότερο, οι Περιφέρειες τώρα, είναι τόσο μακριά από το λαό όσο, σχεδόν, και η κεντρική εξουσία. Χωρίς να μπούμε στη συζήτηση περί των αρμοδιοτήτων των Περιφερειών, έγινε σαφές από τα πρώτα τρία χρόνια λειτουργίας τους ότι πρόκειται για κρατικούς μηχανισμούς στους οποίους ο λαός δεν έχει, ουσιαστικά, ούτε πρόσβαση ούτε δυνατότητα διεκδίκησης.
Αυτό ήταν το σκεπτικό με βάση το οποίο από το 1998, που έγιναν οι πρώτες Νομαρχιακές εκλογές, δε συμμετείχαμε σε αυτές και επιλέγαμε τη θέση του Άκυρου-Λευκού. Πολιτικά η θέση μας ήταν υπέρ της Αποχής, κάτι τέτοιο, όμως, ήταν πρακτικά αδύνατον όταν την ίδια στιγμή συμμετείχαμε με ψηφοδέλτιο σε ορισμένους Δήμους στις Δημοτικές. Η κατά μόνας αντιπαράθεση στο εκλογικό τμήμα για να ψηφίσει κανείς στη μία και όχι στην άλλη κάλπη δεν εξυπηρετούσε τίποτα.
Αντίστοιχο είναι και το σκεπτικό μας στις φετινές εκλογές, όπου επιλέγουμε τη θέση του Άκυρου-Λευκού και στις Δημοτικές και στις Περιφερειακές. Οφείλουμε, ωστόσο, να ξεκαθαρίσουμε ότι η θέση της Αποχής που είχαμε και στις Δημοτικές και στις Περιφερειακές του 2010, οφειλόταν στο ότι ήταν οι πρώτες εκλογές του «Καλλικράτη» και κρίναμε ότι με αυτή τη θέση ενισχύαμε την αντίθεσή μας στο νέο νόμο. Σήμερα, τρία χρόνια μετά, ο «Καλλικράτης» είναι, δυστυχώς, μια πραγματικότητα, η οποία, μάλιστα, δεν έτυχε των λαϊκών αντιδράσεων που θα άξιζε.
Παρόλα αυτά, γιατί Άκυρο-Λευκό φέτος και όχι συμμετοχή, έστω στις Δημοτικές, ή γιατί όχι αποχή και από τις δύο;
Το ότι η κατάσταση της χώρας μας και του λαού μας είναι κρίσιμη μετά από τέσσερα χρόνια ανελέητης επίθεσης στα δικαιώματά του είναι ίσως περιττό να το επαναλάβουμε. Οπως, επίσης, και το ότι οι αντιστάσεις του λαού είναι πολύ κάτω από τις απαιτήσεις της κατάστασης.
Κατά την άποψή μας, είναι τεράστιες οι ευθύνες των δυνάμεων της Αριστεράς για την εξέλιξη αυτή. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ασχολείται μόνο με το πώς θα βρεθεί γρηγορότερα στην εξουσία, όταν το ΚΚΕ αναχωρεί συστηματικά από όποιους αγώνες γίνονται και δεν παίρνει καμιά πρωτοβουλία, όταν η ΑΝΤΑΡΣΥΑ επεξεργάζεται προτάσεις διαχείρισης και ονειρεύεται κοινοβουλευτικές έδρες, ο λαός δεν έχει πού να στηριχτεί πολιτικά και να πάρει τις δυνάμεις που χρειάζεται για να παλέψει και να νικήσει.
Ήδη από τις πρώτες μέρες της χρονιάς έγινε φανερό ότι οι δυνάμεις της Αριστεράς περισσότερο ενδιαφέρονται για τις Δημοτικές και τις Ευρωεκλογές παρά για την ουσιαστική αντιπαράθεση με το σύστημα. Το αποτέλεσμα ήταν μια ακόμη μεγαλύτερη υποχώρηση σε όλα τα μέτωπα και ακόμα λιγότερη στήριξη στις αντιστάσεις που ξεσπούν εδώ κι εκεί. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι έκλεισε οριστικά ο ΕΟΠΥΥ χωρίς, ουσιαστικά, καμία αντίσταση δείχνει το μέγεθος του προβλήματος. Και μας επιτρέπει να χαρακτηρίσουμε αυτή τη στάση της Αριστεράς «μας» ακόμα και εγκληματική…
Εφόσον έτσι έχουν τα πράγματα, στενεύουν για μας πάρα πολύ τα πολιτικά περιθώρια για κάποια εκλογική συνεργασία σε κάποιες πόλεις στις οποίες παρεμβαίνουμε εδώ και χρόνια. Είναι προφανές ότι το πολιτικό επίδικο είναι άλλο για εμάς και άλλο για τις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς. Για μας το ζητούμενο είναι να αρχίσει σιγά σιγά να χτίζεται ένα Μέτωπο Αντίστασης το οποίο θα βάλει φραγμό στην επίθεση. Ένα τέτοιο μέτωπο πρέπει να είναι απαλλαγμένο από εκλογικές αυταπάτες και κοινοβουλευτικούς κρετινισμούς. Πρέπει να έχει εμπιστοσύνη στο λαό και να μην τον προορίζει μόνο για ψηφοφόρο.
Κρίνουμε, λοιπόν, ότι δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για τέτοιου είδους συνεργασίες. Για τον ίδιο λόγο δεν υπήρξε το προηγούμενο διάστημα κάποια κοινή δράση με άλλες δυνάμεις πάνω σε γενικότερα ή ειδικότερα ζητήματα, παρά τις προθέσεις μας για το αντίθετο, τις οποίες πάντα εκφράζαμε μέσα από προτάσεις που κάναμε. Ενδεχομένως μια πρότασή μας σήμερα για εκλογική συνεργασία να έβρισκε αποδέκτες σε κάποιους Δήμους. Όμως η αποδοχή αυτή θα ήταν περισσότερο στη βάση της εκλογικής λογικής και σε βάρος της κινηματικής. Και, με αυτή την έννοια, η προοπτική της θα ήταν πολύ μικρή έως ανύπαρκτη.
Όσο για την Αποχή από τις Δημοτικές, δε βλέπουμε σε τι θα εξυπηρετούσε μια τέτοια στάση αυτούς τους στόχους μας. Αν θα ξεκαθάριζε την άποψή μας για την Τοπική Αυτοδιοίκηση ή θα συγχεόταν με μια στάση αποχής από όλες τις εκλογές, την οποία δεν έχουμε. Αν θα μπορούσε να εξηγήσει τη θέση μας για την Αριστερά και το κίνημα. Αν θα μας έδινε περισσότερες δυνατότητες παρέμβασης και επαφής με το λαό, στη βάση των γενικών, αλλά και των τοπικών του προβλημάτων.
Στην πραγματικότητα, αν οι υποκειμενικές μας δυνατότητες το επέτρεπαν, θα μπορούσαμε να δούμε το ενδεχόμενο αυτόνομης καθόδου μας σε κάποιους Δήμους. Όμως αυτές είναι περιορισμένες, όχι γιατί δεν έχουμε το πολιτικό φορτίο, αλλά γιατί δεν έχουμε τη σύνδεση που θα θέλαμε με το λαό και τους εργαζόμενους. Για μια οργάνωση με τα μέτρα και την αντίληψη τη δικιά μας, η μακρόχρονη απουσία αντιστάσεων και αγώνων, σε συνδυασμό με την εκλογική μανία της Αριστεράς δημιουργεί ένα δύσκολο περιβάλλον για εκλογική κάθοδο, η οποία, ας μην το ξεχνάμε, έχει και ένα καθόλου ευκαταφρόνητο οικονομικό κόστος.
Εύλογα θα αναρωτιόταν κανείς, όμως, γιατί η Λαϊκή Αντίσταση – ΑΑΣ δε θα μπορούσε να είναι το όχημα μιας εκλογικής παρέμβασης, τη στιγμή, μάλιστα, που ήδη έχουν συγκροτηθεί και λειτουργούν σχήματά της σε μια σειρά συνοικίες της Αθήνας και σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Επιλέγουμε συνειδητά να μη μπλέξουμε τα σχήματα της Λαϊκής Αντίστασης – ΑΑΣ με τις εκλογές, γιατί αυτά βρίσκονται ακόμα στη φάση της συγκρότησής τους. Αναζητούν και διερευνούν τα πεδία παρέμβασής τους στη βάση των κατευθύνσεων της Πανελλαδικής Σύσκεψης του Οκτώβρη και προσπαθούν να δυναμώσουν τις σχέσεις τους με το λαό των περιοχών που παρεμβαίνουν. Μια ενδεχόμενη εκλογική τους παρέμβαση θα τα απομάκρυνε από αυτό το στόχο και θα έσπερνε δικαιολογημένη σύγχυση στον κόσμο σε σχέση με το χαρακτήρα και τις επιδιώξεις τους.
Τέλος, θα πρέπει να δούμε και τις ιδιαίτερες διαφοροποιήσεις που υπάρχουν από Δήμο σε Δήμο και ιδιαίτερα ανάμεσα στα αστικά κέντρα και την επαρχία. Η παρέμβαση στους τρεις μεγάλους Δήμους (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιάς) έχει κεντρικά πολιτικά χαρακτηριστικά και, άρα, και αντίστοιχες πολιτικές απαιτήσεις. Σε μικρότερους Δήμους (στην Αττική ή σε πρωτεύουσες νομών) ο χαρακτήρας είναι πιο τοπικός. Ενώ στην επαρχία, όπου ένας Δήμος μπορεί να είναι και μισός νομός, συχνά παρατηρείται το φαινόμενο χωριά να αποφασίζουν να απέχουν από τις Δημοτικές εκλογές για να καταγγείλουν την εγκατάλειψή τους και από το κράτος και από την Τοπική Αυτοδιοίκηση. Ανάλογα με τις συνθήκες και την παρέμβασή μας σε κάθε περιοχή θα μπορούσαμε να δούμε και μια στάση διαφορετική από την κεντρική, ωστόσο κάτι τέτοιο δε φαίνεται να προκύπτει πουθενά αυτή τη στιγμή.
Οι Δημοτικές εκλογές του Μάη είναι μια πολιτική μάχη, την οποία θα δώσουμε για να προπαγανδίσουμε τις απόψεις μας και να έρθουμε σε επαφή με το λαό. Δεν είναι η «μητέρα των μαχών», δεν κρίνεται το μέλλον του λαού από αυτές και όσο δεν αξίζει να τις αγνοήσουμε, άλλο τόσο δεν αξίζει να τις αναγάγουμε στον κεντρικό πολιτικό μας στόχο για την επόμενη περίοδο. Θα δώσουμε τη μάχη, αλλά, παράλληλα, θα συνεχίσουμε να δίνουμε και την άλλη μάχη, αυτή της ανασυγκρότησης του κινήματος και της δημιουργίας εστιών αντίστασης. Αυτό κρίνουμε ότι έχει ανάγκη ο λαός μας στα δύσκολα χρόνια που περνά και όχι «κόκκινους» Δημάρχους και Περιφερειάρχες.


www.kkeml.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: