Τετάρτη, 7 Μαΐου 2014

Κράτος και κοινωνικές συμμαχίες / Σίμος Ανδρονίδης

του Σίμου Ανδρονίδη*
Στη σημερινή ιστορική περίοδο, η οποία συμπίπτει και με την ανάγκη διαχείρισης της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος της αστικής τάξης, το κράτος αναδιατάσσει και ανασυγκροτεί τις κοινωνικές του συμμαχίες. Πέρα και πάνω από την οργανική του σύνδεση με την κυρίαρχη αστική τάξη επιδιώκει να ανασυγκροτήσει το όλο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων, παρεμβαίνοντας και στο πεδίο της αναπαραγωγής της υλικότητας και του ρόλου των κοινωνικών τάξεων σήμερα. Πέρα από την «θεσμική», οικονομική και...
πολιτική διασφάλιση της κυριαρχίας και της αναπαραγωγής του κεφαλαίου επιζητά και την αναγκαιότητας συγκρότησης κοινωνικών συμμαχιών ώστε ακριβώς να μη θιχτούν τα ‘ιερά και τα όσια’ της απρόσκοπτης υλικής παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Σήμερα, η διαμόρφωση  διευρυμένων κοινωνικών συμμαχιών συγκροτείται ακριβώς πάνω στη εντεινόμενη και συστηματική αναφορά στην υποτιθέμενη απουσία «εναλλακτικής» λύσης και πολιτικής. Το δόγμα «ΤΙΝΑ» της Μάργκαρετ Θάτσερ («There is no alternative»-«Δεν υπάρχει εναλλακτική»), ορίζει και προσδιορίζει ιδεολογικά την κρατική απεύθυνση σε κοινωνικές τάξεις ή μερίδες τάξεων. Η επικαιροποίηση του συγκεκριμένου δόγματος εμπλουτίζεται από την θεωρία του αναγκαίου ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας.
 Έτσι, το κράτος παρεμβαίνοντας άμεσα και υλικά στο πεδίο της αναπαραγωγής των κοινωνικών τάξεων και «φιλτράροντας» ιδεολογικά τον πολιτικό του λόγο (μέσω των ιδεολογικών μηχανισμών που διαθέτει) απευθύνεται κύρια στα μεσαία και μικροαστικά κοινωνικά στρώματα, τα οποία είναι περισσότερο δεκτικά σε εκείνο τον πολιτικό λόγο που προτάσσει το τρίπτυχο: 1. Απουσία εναλλακτικής λύσης. Όλες οι πολιτικές που λαμβάνονται ανάγονται απευθείας σε έναν δεδομένο καπιταλιστικό «μονόδρομο» από τον οποίο και δεν υπάρχει δυνατότητα διαφυγής, 2. Πίστη στον ευρωπαϊκό-δυτικό προσανατολισμό της χώρας. Η έξοδος της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, την Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) και το ΝΑΤΟ, θεωρείται από τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του αστικού κράτους (βλ. ΜΜΕ) ως η «απόλυτη» κοινωνική καταστροφή, κάτι που στις δεδομένες συνθήκες της βαθιάς κρίσης συμπληρώνεται και από την «φιλολογία» της εκούσιας απομόνωσης της χώρας. 3. Άσκηση έντονης και δριμείας κριτικής στις υποτιθέμενες «ακρότητες» των εργατικών συνδικάτων και των αριστερών κομμάτων. Ακόμη και η πραγματοποίηση απεργιακών κινητοποιήσεων σήμερα τίθεται στο ιδεολογικό «στόχαστρο» του κράτους, καθότι η απεργιακή κινητοποίηση θεωρείται ότι παρακωλύει την απρόσκοπτη διεξαγωγή της οικονομικής και της εμπορικής δραστηριότητας. Με αυτό τον τρόπο το αστικό κράτος καταφέρνει να αναδιατάσσει και να ανασυγκροτεί τις κοινωνικές του συμμαχίες, προσπαθώντας ταυτόχρονα να περιθωριοποιήσει κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά την εργατική τάξη.
  Οι αναδιατάξεις που συντελούνται στο εσωτερικό του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας με την εντεινόμενη διαπάλη για την απόκτηση κυριαρχίας (Βλ. την σταδιακή κατίσχυση, από τις απαρχές της κρίσης, του τραπεζικού-χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, καθώς και τον αυξανόμενο ρόλο που διαδραματίζει το «ξενοδοχειακό» κεφάλαιο), έχουν ως αποτέλεσμα την ταξική «περιχαράκωση» του κράτους με στόχο φυσικά την αναγκαία διασφάλιση των όρων παραγωγής και αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Αυτή η ταξική περιχαράκωση στο βαθμό που αφορά την κοινωνική προστασία του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας συνοδεύεται και από συγκεκριμένα και απαραίτητα ανοίγματα στη μικροαστική και στη μεσαία-μεσοαστική κοινωνική τάξη, στο κοινωνικό και ταξικό μεταίχμιο δηλαδή της σύγκρουσης και αντιπαράθεσης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ακριβώς διότι η μικροαστική κοινωνική τάξη αναφέρεται και προσδιορίζεται από το κράτος και τις πολιτικές του.
 Όπως το έθεσε ο Νίκος Πουλαντζάς, «Ριγμένες πάνω στην πολιτική σκηνή απ’ τους θεσμούς του καπιταλιστικού κράτους, (σ.σ: ουσιαστικά πρόκειται για την μικροαστική τάξη), αυτές οι τάξεις αποτελούν συχνά τάξεις-στηρίγματα. Το Κράτος, μέσο μιας σύνθετης ιδεολογικής διαδικασίας, επωφελείται απ’ την ανικανότητα πολιτικής επιβεβαίωσης αυτών των τάξεων, εξ αιτίας της θέσης τους μέσα στην παραγωγική διαδικασία- αντίθετα με την εργατική τάξη, για την οποία συντελείται η κοινωνικοποίηση της διαδικασίας της εργασίας: το Κράτος εμφανίζεται συχνά άμεσα σαν ο πολιτικός αντιπρόσωπος των συμφερόντων της μικρής παραγωγής».[1]
 Έτσι λοιπόν, αυτές οι «τάξεις-στηρίγματα» του αστικού κράτους και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής αποτελούν τα οργανικά συμπληρώματα της κοινωνικής «επέκτασης» του αστικού κράτους, διευρύνοντας ταυτόχρονα τις κοινωνικές συμμαχίες με απώτερο στόχο την αποτροπή εμφάνισης ταξικών και κοινωνικών ρωγμών στο κρατικό περίβλημα.
  Στην εποχή της βαθιάς οικονομικής κρίσης, το κράτος ξεπερνώντας και υπερβαίνοντας την εντεινόμενη «φτωχοποίηση» των μικρών αυτοαπασχολούμενων, «φτωχοποίηση» που οφείλεται στις πολιτικές του, επιδιώκει να προσεταιριστεί αυτές τις τάξεις, (βλ. για παράδειγμα την ιδεολογική επίθεση που έχει εξαπολύσει, στοχοποιώντας τις εργατικές διαδηλώσεις με το αιτιολογικό ότι παρακωλύουν την οικονομική και εμπορική δραστηριότητα της πόλης. Με αυτό τον τρόπο, και θέτοντας επί τάπητος το θέμα του περιορισμού των διαδηλώσεων σε μία λωρίδα κυκλοφορίας, υπερπροσδιορίζει τον ρόλο της μικροαστικής τάξης εφόσον τους θέτει στο επίκεντρο της οικονομικής δραστηριότητας), με στόχο την αποτροπή μίας πιθανής ταξικής ριζοσπαστικοποίησης. Έτσι αναδύεται ο περιώνυμος «αυταρχικός κρατισμός» (άλλη μία σπουδαία θεωρητική αντίληψη του Νίκου Πουλαντζά), ο οποίος ανασυγκροτώντας το όλο πλέγμα των κοινωνικών σχέσεων, αναδιατάσσει τις κοινωνικές του συμμαχίες, δίνοντας ταυτόχρονα έμφαση στις κρατικές-κατασταλτικές δομές.
  Η διανομή μέρους του «κοινωνικού μερίσματος» του υποτιθέμενου «πρωτογενούς πλεονάσματος» στους ένστολους εντάσσεται ακριβώς στην αναγκαιότητα διασφάλισης της ένταξης των ένστολων στην διευρυμένη κοινωνική συμμαχία. Οι κατασταλτικές δυνάμεις αποτελούν δομή-στήριγμα του αστικού κράτους. Οι κατασταλτικές δυνάμεις μη παρεμβαίνοντας άμεσα στην παραγωγική διαδικασία, α) είναι κατά πρώτο λόγο  ξεχωριστές τάξεις και αυτόνομες μερίδες που αντανακλώνται στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής με τα «κατάλληλα αποτελέσματα» τους, και αυτό ακριβώς τα χαρακτηρίζει σαν κοινωνικές δυνάμεις. β) Επιπλέον, μπορούν να αποτελούν κοινωνικές δυνάμεις, ειδικές κατηγορίες, που καταλήγουν, σε μια συγκεκριμένη στιγμή, να έχουν  «κατάλληλα αποτελέσματα», όπως τα έχουμε ορίσει, στο επίπεδο της πολιτικής πρακτικής, χωρίς ωστόσο να είναι τάξεις ούτε και μερίδες τάξεων».[2]
 Οι κατασταλτικές δομές αποτελώντας μία «κοινωνική δύναμη» παρεμβαίνουν άμεσα στο κοινωνικό πεδίο, διευκολύνοντας την συγκέντρωση χρηματικών «ροών» από πλευράς κυρίαρχης τάξης. Η δράση τους και η συμβολική τους διάσταση αποτυπώνεται και στο πολιτικό οικοδόμημα, καθότι, η διανομή μέρους του «κοινωνικού μερίσματος»  αποτελεί την έμπρακτη απόδειξη ότι οι κατασταλτικές δυνάμεις αποτελούν την εμπροσθοφυλακή του αστικού κράτους.
 Η «αποκοπή» των εργατικών συγκεντρώσεων, η καταστολή, μπορούν, «σε μια συγκεκριμένη στιγμή, να έχουν κατάλληλα αποτελέσματα», κάτι που γίνεται ιδιαίτερα ορατό την εποχή της βαθιάς οικονομικής κρίσης. Έτσι λοιπόν, οι κατασταλτικές δυνάμεις, ως κατεξοχήν «κοινωνικές δυνάμεις» εντάσσονται οργανικά στο πεδίο των κοινωνικών συμμαχιών του αστικού κράτους, μία συμβολική παράμετρος που αποκτά ιδιαίτερη σημασία ιδιαίτερα μετά από τις αποκαλύψεις για την «διείσδυση» του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής στα Σώματα Ασφαλείας. Η «κοινωνική δύναμη» των σωμάτων ασφαλείας «διεισδύει» στην εργατική σφαίρα, όχι συμμετέχοντας άμεσα στην παραγωγική-οικονομική διαδικασία, αλλά επικαθορίζοντας και διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής.
 Το κράτος, ξεχωρίζει «Απ’ το ρόλο του σαν παράγοντα πολιτικής οργάνωσης των κυρίαρχων τάξεων, που συνήθως εξ αιτίας  της απομόνωσης των κοινωνικο-οικονομικών σχέσεων, της διαίρεσης σε μερίδες της αστικής τάξης, κ.λ.π, είναι ανίκανες να ανυψωθούν με τα δικά τους μέσα στο ηγεμονικό επίπεδο απέναντι στις κυριαρχούμενες τάξεις».[3]



[1] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, Τόμος Β΄, γ΄ έκδοση, Μετάφραση: Χατζηπροδρομίδης Λ. Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ. 155.
[2] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, Τόμος Α΄, γ΄, έκδοση, Μετάφραση: Φιλίνης Κ., Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ. 128-129.
[3] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’ Τόμος Β΄, ό.π, σελ.154.

*πολιτικός επιστήμονας, υποψήφιος διδάκτωρ ΑΠΘ
Υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος με την "Ανταρσία στην κεντρική Μακεδονία- Αντικαπιταλιστική Αριστερά" στο νομό Ημαθίας

Δεν υπάρχουν σχόλια: