Σάββατο, 3 Μαΐου 2014

Η Συντηρητική παράταξη σήμερα / Σίμος Ανδρονίδης

του Σίμου Ανδρονίδη*
Η συντηρητική παράταξη σήμερα, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι εκείνη η ευρύτερη ιδεολογική «οικογένεια» που αποτελεί τον έναν πυλώνα στήριξης των πολιτικών σκληρής λιτότητας. Ο δεύτερος πυλώνας στήριξης είναι η ευρύτερη σοσιαλδημοκρατική πολιτική και ιδεολογική οικογένεια. Στον καταμερισμό εργασίας εντός της συντηρητικής πολιτικής παράταξης, τον τόνο τον δίνει το Γερμανικό Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα της καγκελαρίου της Γερμανίας, Άνγκελα Μέρκελ, χωρίς να διαφαίνεται στον πολιτικό ορίζοντα το αντίπαλο δέος που θα αμφισβητήσει έμπρακτα τις...
πολιτικές σκληρής λιτότητας. Η απόλυτη κυριαρχία του Χριστιανοδημοκρατικού κόμματος της Γερμανίας και η συνακόλουθη πολιτική, προγραμματική και ιδεολογική σύμπνοια έχουν μετατρέψει  το ευρωπαϊκό συντηρητικό αμάλγαμα, σε ένα ιδιαίτερα συνεκτικό και συγκροτημένο κομματικό μπλοκ.

Στην Ελλάδα, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, ως ο μείζον κυβερνητικός εταίρος, αφενός μεν ακολουθεί πολιτικές που συντείνουν στην παραπέρα μείωση της τιμής εργατικής δύναμης, οδηγώντας στην φτώχεια και την εξαθλίωση ευρύτερα λαϊκά στρώματα, αφετέρου δε έχει «απορροφήσει» τα παραδοσιακά φιλελεύθερα χαρακτηριστικά της παράταξης, χάριν μίας δομικής και στρατηγικής μετατόπισης προς τα δεξιά του κομματικού και πολιτικού φάσματος.  Ο «αυταρχικός κρατισμός» που έχει επικρατήσει στα χρόνια της βαθιάς και οξυμμένης οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης, αποτελεί συστατικό στοιχείο του κόμματος υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά, ιδιαίτερα μετά τις διπλές εκλογές του 2012.
 
Αυτή η δομική μετατόπιση του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας προς τα δεξιά, επισφραγίζεται με την σκλήρυνση της στάσης του κόμματος απέναντι στους μετανάστες, με την σταδιακή κατίσχυση του δόγματος «νόμος και τάξη», με την προτεραιότητα που αποδίδει το κόμμα στα σώματα ασφαλείας, και φυσικά, με την αναβίωση ενός έντονα εμφυλιοπολεμικού, διχαστικού και αντικομουνιστικού πολιτικού λόγου. Η Νέα Δημοκρατίας ως το μείζον κόμμα της συγκυβέρνησης, και με την «σιωπηρή» αποδοχή του ΠΑΣΟΚ, έχει διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την «αυταρχικοποίηση» της πολιτικής διαπάλης και του προγραμματικού και ιδεολογικού λόγου. Σε αυτό το πλαίσιο το ιδεολόγημα του «αυταρχικού κρατισμού» βρίσκει ένα κομματικό «ισοδύναμο» που παρήγαγε τους όρους για την δομική μετατόπιση του πολιτικού λόγου προς τα δεξιά. Οι συνομιλίες Μπαλτάκου με τον υπόδικό βουλευτή του νεοναζιστικού μορφώματος της Χρυσής Αυγής, αποδεικνύουν και καταδεικνύουν τον δομικό μετασχηματισμό της Νέας Δημοκρατίας, που έχει επέλθει υπό την ηγεσία του Αντώνη Σαμαρά. Ή μάλλον, αποδεικνύουν την συμβολική κορύφωση αυτής της διαδικασίας μετασχηματισμού.
  
Η «σιωπή» του κόμματος μπροστά στα ρατσιστικά πογκρόμ που διεξήγαγε το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής, η αντιδραστική θεωρία των δύο άκρων που ουσιαστικά συνέβαλλε στην περαιτέρω κοινωνική, ιδεολογική και πολιτική νομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής, μέσω της «ταύτισης» της με τους αγώνες της Αριστεράς αποτελούν πτυχές και όψεις αυτής της διαδικασίας μετασχηματισμού, η οποία συμπληρώνεται στο οικονομικό και πολιτικό πεδίο με την εφαρμογή πολιτικών σκληρής λιτότητας. Επίσης, η «σκλήρυνση» του ιδεολογικού και πολιτικού λόγου του κόμματος, προϋποθέτει την στοχοποίηση των λαϊκών και εργατικών αγώνων.
 
Το ιδεολόγημα του «αυταρχικού κρατισμού» αντικαθιστά το καταστατικό πρόγραμμα του κόμματος και παράγει τους όρους για μία οργανικά σύμφυση κράτους-κόμματος όχι μόνο στο πεδίο εφαρμογής και υπεράσπισης των κρατικών πολιτικών, αλλά και στο πεδίο της ακραίας ρητορικής και της καταστολής των λαϊκών και εργατικών κινητοποιήσεων. Έτσι, η σφαίρα της πολιτικής διαδικασίας και της διαπάλης ιδεών, αντικαθίσταται από την οικονομική σφαίρα, με την έννοια της με κάθε τρόπο επιβολής μέτρων που τείνουν στην υπεράσπιση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Στο κυβερνητικό επίπεδο, Ν.Δ και ΠΑΣΟΚ λειτουργούν ως το «ενιαίο» κρατικό κόμμα που λειτουργεί και δραστηριοποιείται στον αντίποδα των κοινωνικών αναγκών και των συμφερόντων των εργαζομένων. Το «ενιαίο» κρατικό κόμμα της Ν.Δ και του ΠΑΣΟΚ, αφίσταται της αντιπροσωπευτικής διάστασης και λειτουργίας, αποτελώντας μηχανισμό επιβολής και διάχυσης κρατικών προταγμάτων και πολιτικών.

Χρέος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς είναι να λειτουργήσει ως ο πολιτικός «συλλογικός διανοούμενος» της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Να αποκτήσει οργανικές σχέσεις εκπροσώπησης με το λαϊκό-εργατικό μπλοκ. Να λειτουργεί ως πολιτικό «κύτταρο» που συναρθρώνει κοινωνικά συμφέροντα και ταυτόχρονα, να τα εκφράσει στο πολιτικό πεδίο. Να αποτελέσει τον πολιτικό «φραγμό» στον εντεινόμενο αυταρχικό «κατήφορο». Να μιλήσει με όρους πολιτικούς για την αναγκαία και απαραίτητη «αλλαγή τάξης στην εξουσία». Για να μην πέσει στην παγίδα της «αποκλειστικής» οικονομικής πάλης. Όπως σημείωνε ο Νίκος Πουλαντζάς στις οξυδερκείς αναλύσεις του, «για τους χαρακτηριστικούς κινδύνους, που διαρκώς παραμονεύουν το αγγλικό, το γαλλικό, και το γερμανικό εργατικό κίνημα», «για το αγγλικό εργατικό κίνημα, πρόκειται για τον τρεηντ-γιουνονιστικό κίνδυνο, που έχει ήδη εκδηλωθεί στις συντεχνιακές αντιλήψεις των Χαρτιστών και του Ρ. Όουεν. Συνίσταται στο να δίνει την πρωτοκαθεδρία του ταξικού αγώνα στο οικονομικό επίπεδο, στη συνδικαλιστική πάλη, και να παραμελεί την πολιτική πάλη για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας».[1] Και αυτός πρέπει να είναι ο σημαίνον  στόχος της αντικαπιταλιστικής αριστεράς, «η κατάληψη της κρατικής εξουσίας».



[1] Βλ.σχετικά, Πουλαντζάς Νίκος, ‘Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις’, Τόμος α΄, Μετάφραση: Κώστας Φιλίνης, Εκδόσεις Θεμέλιο, Αθήνα, 1982, σελ.257.


*πολιτικός επιστήμονας, υποψήφιος διδάκτωρ ΑΠΘ
Υποψήφιος περιφερειακός σύμβουλος Ημαθίας με τον συνδυασμό "Ανταρσία στην κεντρική Μακεδονία"- Αντικαπιταλιστική Αριστερά

Δεν υπάρχουν σχόλια: