Τετάρτη, 28 Μαΐου 2014

Το αποτέλεσμα των Ευρωεκλογών της 25ης Μάη 2014 / Σ. Ανδρονίδης

του Σ. Ανδρονίδη*
Οι Ευρωεκλογές της Κυριακής σηματοδοτούν τη σταδιακή μετάβαση σε ένα νέο πολιτικό σκηνικό το οποίο και ορίζεται από την αντιπαράθεση μεταξύ Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ. Οι εγκάρσιες τομές που δημιούργησε η διαχείριση της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης μεταφέρονται στο πολιτικό «όλο» διαμορφώνοντας τις συνθήκες για την ανάδυση και την διαμόρφωση ενός  διπολισμού μεταξύ Ν.Δ και ΣΥΡΙΖΑ. Αυτός ο υφέρπων διπολισμός είναι πολύ πιθανό να λάβει την τελική και «ολική» του μορφή στις...
βουλευτικές εκλογές, όποτε και αν γίνουν. Η διαιρετική τομή Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο ορίζει και προσδιορίζει ταυτόχρονα τα χαρακτηριστικά του νέου διπολισμού. Το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης, ο ΣΥΡΙΖΑ (Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς) κατέλαβε την πρώτη θέση λαμβάνοντας το 26,60% των ψήφων.
    Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να συγκροτήσει μία κοινωνική συμμαχία η οποία περιλαμβάνει εργαζόμενους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα οι οποίοι και έχουν πληγεί από την διαχείριση και την ρύθμιση της οικονομικής-καπιταλιστικής κρίσης προς όφελος της κυρίαρχης τάξης. Αν κρίνουμε όμως με βάση το σχεδόν παρόμοιο αποτέλεσμα των εκλογών του 2012, θα δούμε πως δεν κατάφερε να διευρύνει και να ανασυγκροτήσει «ποιοτικά» αυτή την κοινωνική συμμαχία. Δεν κατάφερε να εκφράσει και να εκπροσωπήσει το μπλοκ των λαϊκών και κυριαρχούμενων τάξεων.
   Και η αδυναμία αυτή οφείλεται στη διαχειριστική φύση του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης που προσπαθεί να ορίσει και να δομήσει την παρουσία του στην πολιτική κονίστρα ως το «αντίπαλον δέος» της Ν.Δ. Επί της ουσίας, προσβλέπει στην απλή κυβερνητική εναλλαγή και δεν ομιλεί περί της αναγκαιότητας αλλαγής τάξης στην εξουσία. Το διακύβευμα που έθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απαντά στα προβλήματα και στις ανάγκες των εργαζομένων και συνολικά της εργατικής τάξης.
   Το δίπολο «ΣΥΡΙΖΑ ή Μέρκελ» προσωποποιεί μία εγγενώς ταξική επίθεση που δέχονται οι εργαζόμενοι σε ευρωπαϊκό επίπεδο υποκρύπτοντας και αθωώνοντας ταυτόχρονα την ιμπεριαλιστική Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία και λειτουργεί ως θεματοφύλακας των συμφερόντων των Ευρωπαϊκών μονοπωλίων. Η επιδίωξη του ΣΥΡΙΖΑ για μία αλλαγή της θεσμικής αρχιτεκτονικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ, για έναν ενεργότερο ρόλο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, συνολικά για μία νέα Ευρωπαϊκή «θέσμιση»,  δεν απαντά στο κύριο και σημαίνον διακύβευμα: Ποια είναι τα οφέλη που έχουν αποκομίσει οι Ευρωπαίοι εργαζόμενοι από την συμμετοχή όχι μόνο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά και στον σκληρό πυρήνα της «οικονομικής» Ευρώπης, την ΟΝΕ; Η ανάγκη υπέρβασης του περίφημου δημοκρατικού «ελλείμματος» της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποκρύπτει το κύριο: «Η Ε.Ε δεν έχει «έλλειμμα» αλλά απουσία δημοκρατίας».[1] 
   H Ν.Δ υπέστη σημαντικές απώλειες συγκριτικά με το ποσοστό που συγκέντρωσε στις εκλογές του Ιουνίου του 2012.  Τα μέτρα που συντείνουν στην περαιτέρω συμπίεση της τιμής της εργατικής δύναμης καθώς και η ανάδυση ενός πλέγματος και πλαισίου «αυταρχικού κρατισμού» οδήγησαν στην πτώση της εκλογικής της δύναμης. Η Ν.Δ δεν κατάφερε να συσπειρώσει κοινωνικές τάξεις ή μερίδες τάξεων με αποτέλεσμα και το χαμηλό της ποσοστό να αντικατοπτρίζει το «γυμνό», αστικό της πρόσωπο. Ενώ η «φύση» της αναμέτρησης των Ευρωεκλογών, πριμοδότησε κυρίως μικρότερους δεξιές πολιτικές συσσωματώσεις (βλ. ΛΑΟΣ).
   Η εκλογική σταθεροποίηση και η άνοδος που σημείωσε το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής καταδεικνύει, δυστυχώς, την σταδιακή διεύρυνση της κοινωνικής απήχησης και απεύθυνσης της. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για «παραπλανημένους» ψηφοφόρους. Το ψευδεπίγραφο αυτό ιδεολόγημα συντείνει και συμβάλλει στην περαιτέρω πολιτική και ιδεολογική νομιμοποίηση του νεοναζιστικού μορφώματος. Οι ψηφοφόροι της Χρυσής Αυγής είναι απολύτως «συνειδητοποιημένοι» στο βαθμό που έχουν εγκολπωθεί ένα σημαντικό κομμάτι της ρατσιστικής ιδεολογίας της.
  Η στάση τους, οι πολιτικές και ιδεολογικές τους αντιλήψεις, ο «αξιακός» τους κόσμος αποκρυσταλλώνονται στο εκλογικό πεδίο διαμορφώνοντας και τους όρους για την σύγκλιση και την ώσμωση Χρυσής Αυγής και ψηφοφόρων, όχι μόνο στο εκλογικό πεδίο, αλλά και στο κοινωνικό. Πλέον η ταυτοτική συνδήλωση «ψηφίζω και στηρίζω Χρυσή Αυγή» αποτελεί δηλωτική πρόθεση αφενός μεν υποστήριξης της φασιστικής-ρατσιστικής ιδεολογίας της, αφετέρου δε απόρριψης της πολιτικής διαπάλης και σύγκρουσης, απόρριψης της ίδιας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Πλέον, η διαμόρφωση και η αποκρυστάλλωση μίας συμπαγούς ιδεολογικοπολιτικής ταυτότητας φέρει ένα συγκεκριμένο πρόσημο. Το πρόσημο της πιο αντιδραστικής, σκοταδιστικής και αποκρουστικής ιδεολογίας που γνώρισε η ανθρωπότητα. Και αυτό το πρόσημο επίσης είναι πρόσημο υπεράσπισης των συμφερόντων του κυρίαρχου μπλοκ εξουσίας.
  Η «καλή» εκλογική επίδοση της Ελιάς-ΠΑΣΟΚ πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο της κοινωνικής, πολιτικής και εκλογικής απίσχνανσης του ΠΑΣΟΚ. Η πολιτική δομή ΠΑΣΟΚ έχει συρρικνωθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε ακόμη και ένα ποσοστό 8-9% να φαντάζει «επιτυχία» για ένα κόμμα που απετέλεσε το συμβολικό όσο και πραγματικό κόμμα-επίκεντρο της μεταπολιτευτικής πολιτικής «θέσμισης». Πλέον, η πολιτική δομή ΠΑΣΟΚ θα λειτουργεί ως αναγκαίο και λειτουργικό «συμπλήρωμα» σε κυβερνήσεις συνεργασίας.
   Η λήψη και η εφαρμογή αντιλαϊκών-αντεργατικών πολιτικών απομάκρυνε το ΠΑΣΟΚ από τα παραδοσιακά του εργατικά στηρίγματα, ενώ αν προβούμε και σε μία εξόχως «αιρετική» ανάλυση του εκλογικού αποτελέσματος της Ελιάς-ΠΑΣΟΚ, θα λέγαμε πως η επίδοση του ΠΑΣΟΚ αθροίζεται στην επίδοση της Ν.Δ όχι όμως ως συνολικό εκλογικό ποσοστό κάτι που ενέχει έτσι και αλλιώς μία εκλογική-αριθμητική διάσταση αλλά ως συμβολικό απόθεμα στήριξης και εφαρμογής πολιτικών που συντείνουν στην «ολική» υπεράσπιση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης. Το «ενιαίο κρατικό κόμμα» αντανακλάται και στο πεδίο της κάλπης γνωρίζοντας όμως την απόρριψη και την αποδοκιμασίας της εργατικής τάξης. Σήμερα, στις συνθήκες της οικονομικής κρίσης η συνδήλωση και η πρόθεση Ν.Δ-ΠΑΣΟΚ νοείται ως έκφραση ενός «ενιαίου κρατικού κόμματος». 
   Η έκπληξη των Ευρωεκλογών ακούει στο όνομα Δημοκρατική Αριστερά. Ο πρώην κυβερνητικός εταίρος, δεν κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτή πληρώνοντας την συμμετοχή του στην τρικομματική κυβέρνηση. Η Δημοκρατική Αριστερά πληρώνει και την κρίση στρατηγικού προσανατολισμού και προγραμματικής ταυτότητας. Ο δομικός «δυϊσμός» που ταλάνιζε και ταλανίζει ακόμη το κόμμα της ΔΗΜ.ΑΡ αποτυπώθηκε στο πολιτικό και στο εκλογικό πεδίο, καθότι η πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση μεταξύ των στελεχών που επιθυμούσαν μία «αυτόνομη» κάθοδο στις εκλογές και των στελεχών που επεδίωκαν την  οργανική συμμετοχή της ΔΗΜ.ΑΡ στις διαδικασίες συγκρότησης και ανασυγκρότησης της Κεντροαριστεράς δεν επέτρεψε την διαμόρφωση μίας συνεκτικής ιδεολογικοπολιτικής ταυτότητας. Έτσι το ιδεολόγημα της «κυβερνώσας αριστεράς» κατέρρευσε παταγωδώς, στο βαθμό που κράτησε το πρόθεμα «κυβερνώσα» και απομάκρυνε το πρόθεμα «αριστερά». Η ΔΗΜ.ΑΡ ως πολιτικός οργανισμός που συμμετείχε στην τρικομματική κυβέρνηση ορίζεται ως κόμμα κυρίως κεντροδεξιάς πολιτικής και ιδεολογικής φοράς. Το ΚΚΕ αύξησε αισθητά το ποσοστό του συγκριτικά με τις βουλευτικές εκλογές του 2012. Το σημαντικότερο όμως «ποιοτικό» στοιχείο έγκειται στην επικράτηση του ΚΚΕ στους δήμους της Πάτρας, της Πετρούπολης (Αθήνα), του Χαϊδαρίου και της Ικαρίας.
   Η Αντικαπιταλιστική Αριστερή Συνεργασία για την Ανατροπή (ΑΝΤΑΡΣΥΑ) δεν κατάφερε να εκλέξει ευρωβουλευτή, αλλά κατάφερε να ρίξει το «σπόρο» της ριζικής και δομικής αμφισβήτησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ΟΝΕ. Στο βαθμό που αυτή η προσίδια και ριζική αμφισβήτηση της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής δομής προσλάβει συγκεκριμένα πολιτικά χαρακτηριστικά, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ θα εισέλθει δυναμικά στην πολιτική κονίστρα. Ήδη η επίδοση της στον α΄ γύρο των περιφερειακών εκλογών ήταν πολύ καλή με αποτέλεσμα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ να λειτουργεί ως πόλο εκπροσώπησης και έκφρασης μίας σημαντικής μερίδας εργαζομένων στις δομές της τοπικής διοίκησης.
   Ο αγώνας της εργατικής τάξης είναι καθημερινός, οφείλει να είναι καθημερινός. Πέρα από την εκλογική καταγραφή τα σημαντικότερα στοιχεία της ταξικής πάλης και σύγκρουσης βρίσκονται στην καθημερινή διαπάλη μεταξύ κεφαλαίου-εργασίας στους χώρους δουλειάς: Εκεί όπου καθημερινά σμιλεύεται και αναπαράγεται η κυριαρχία της κυρίαρχης τάξης και εκεί όμως που εγγράφονται τα «ποιοτικά» στοιχεία της ταξικής αφύπνισης και συνειδητοποίησης. «Για τον Μπαντιού, το συμβάν είναι φευγαλέο, ο ίδιος ο σκοπός του είναι να εξαφανιστεί».[2]
  Αν για τον Γάλλο φιλόσοφο Αλαίν Μπαντιού, το «συμβάν είναι φευγαλέο», η εργατική τάξη, το συνειδητοποιημένο προλεταριάτο πρέπει να καταστήσει το πολιτικό «συμβάν» μόνιμο. Και το πολιτικό «συμβάν», το πολιτικό «σημαίνον» έγκειται στην διαμόρφωση των προϋποθέσεων ανατροπής της αστικής τάξης και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Το πολιτικό «συμβάν» καθίσταται μόνιμο και εξόχως κινητικό ορίζοντας την δράση της εργατικής τάξης και  ανατρέποντας την συλλογιστική του Μπαντιού περί «φευγαλέου συμβάντος».



[1] Βλ.σχετικά, Κώστας Δουζίνας, ‘Αριθμοί και άνθρωποι’, Εφημερίδα των Συντακτών, 20/05/14, www.efsyn.gr.
[2] Βλ.σχετικά, Δουζίνας Κώστας, ‘Αντίσταση και Φιλοσοφία στην Κρίση’, ‘Πολιτική, ηθική και Στάση Σύνταγμα’. Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2011, σελ. 161.

*πολιτικός επιστήμονας, υποψήφιος διδάκτωρ ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: