Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

2+1 σημεία που δεν αφορούν μόνο τον ΣΥΡΙΖΑ



Του Δημήτρη Μητρόπουλου.

Η συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ δεν έγινε γνωστή στο πλατύ κοινό για τις θέσεις της, αλλά για το ότι ο Π. Λαφαζάνης μαζί με άλλες δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ «διαφοροποιήθηκαν» και «κατέβασαν ξεχωριστή λίστα». Και δεν θα περίμενε κανείς ο λαός να ξεσκονίσει τις ακριβείς διατυπώσεις της διακήρυξης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά σίγουρα τα θέματα που ενώνουν και χωρίζουν πλευρές και...
πτέρυγες εντός του ΣΥΡΙΖΑ, είναι θέματα που διαπερνούν το σύνολο της αριστεράς, αλλά και ευρύτερα τη λαϊκή συνείδηση. Τι θα κάνουμε με το ευρώ και με τους εταίρους-δανειστές; Με ποιον θα κυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ; Τι πολιτική θα εφαρμόσει; Τα ερωτήματα υπάρχουν, δίνονται διαφορετικές απαντήσεις εντος και εκτός ΣΥΡΙΖΑ και η φασαρία για τις λίστες επιδιώκει να την κρύψει κάτω από μια επικοινωνιακή διαχείριση των μεγάλων ποσοστών και της εν αναμονή ανάληψης κυβερνητικών ευθυνών.

Στο RedNotebook φιλοξενήθηκε ένα άρθρο του Αντώνη Βασιλείου που επιχειρεί να θέσει τα ζητήματα διαφωνίας και αντιπαράθεσης, από την σκοπιά του πολέμιου, στις θέσεις του Π. Λαφαζάνη και του Αριστερού Ρεύματος. Σωστά κωδικοποιεί τα σημεία αντιπαράθεσης σε τρία θέματα:

Τη στάση απέναντι στην Ε.Ε. και το ευρώ.

Τη συμπαράταξη της αριστεράς και την πολιτική συμμαχιών.

Το είδος του κόμματος που θα είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, με αφορμή τη λίστα και τις τάσεις.

Κάποια από αυτά τα θέματα έχουν πολυσυζητηθεί, έχουν τεθεί όλα τα επιχειρήματα, έχουν εκτεθεί οι απόψεις. Σε κάποια άλλα λιγότερο.

Το ζήτημα του ευρώ είναι από τα πολυσυζητημένα. Οι βασικές αντιλήψεις του αρθογράφου – και γι’ αυτό αξίζει κάποιος να σταθεί στο άρθρο αυτό - είναι ένα μίγμα των τοποθετήσεων των οικονομολόγων του ΣΥΡΙΖΑ Μηλιού, Λαπατσιώρα, Σταθάκη, Δραγασάκη και των αναλύσεων του Ν. Κοτζιά που εξήγγειλε πρόσφατα άλλη μια πρωτοβουλία υπό τον τίτλο «Πράττω», αλλά και άλλων αντίστοιχων αναλυτών και προσωπικοτήτων από τον μεταπολιτευτικό σοσιαλιστικό χώρο:

Το ευρώ είναι ένα τεχνικό ζήτημα, η υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος σημαίνει την συνέχιση της εσωτερικής υποτίμησης που κάνουν τα μνημόνια, η έξοδος από το ευρώ θα φέρει έναν πιο αχαλίνωτο καπιταλισμό, και άλλα παρόμοια επιχειρήματα που έχουν απαντηθεί πολλές φορές. Έχουμε τον ίδιο φαύλο κύκλο που αναποδογυρίζει την λογική, αφού αντιμετωπίζει τεχνικά ένα πολιτικό ζήτημα - αυτό της ευρωζώνης - και κατηγορεί όσους θέτουν στην συμμετοχή μας στην ευρωζώνη το όριο ενός προγράμματος κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης, ως «οικονομιστές».
Μάλιστα κάνει και την διαπίστωση για την κρίση ότι δεν αντιμετωπίζουμε «απλώς κρίση χρέους που μετατρέπει την Ελλάδα σε αποικία χρέους, αλλά είναι πρωτίστως κρίση κοινωνική, πολιτική, κρίση εθνικής ανεξαρτησίας, κρίση της δημοκρατίας κρίση διατροφική», δημιουργώντας εύλογα ερωτήματα αν είναι θέμα οπτικής ή απλώς του «ξέφυγε», ότι είμαστε στην δίνη μιας δομικής κρίσης του καπιταλισμού.

Ο αρθρογράφος αναπαράγει τα ίδια επιφανειακά επιχειρήματα ότι η αντιευρώ άποψη ηττήθηκε τα τελευταία δυόμισι χρόνια στο λαϊκό κίνημα. Εννοώντας σαν αντιΕΕ θέσεις το ΚΚΕ, που από τις αρχές του 2011 κάνει συστηματικό πόλεμο στην θέση «έξω από το ευρώ» με τις εξυπνάδες του τύπου «ευρώ ή δραχμή πατάτες γιαχνί», ο οποίος πόλεμος κορυφώθηκε με το φοβερό «ο ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει το λόμπι της δραχμής» μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο. Ή και την Ανταρσυα που χρησιμοποιεί την αντιευρώ κατεύθυνση ως σύνθημα διαχωρισμού και όχι ως άξονα προγράμματος και μετωπικής πολιτικής. Επί της ουσίας αντιευρώ άποψη μελετημένα και εμπεριστατωμένα στα πλαίσια ενός προγράμματος και συνολικού σχεδίου ποτέ δεν τέθηκε στην ελληνική κοινωνία. Το 99% του πολιτικού συστήματος κάνει πόλεμο σε αυτήν την θέση κι όμως η υλική πραγματικότητα, μαζί με την δουλειά λιγοστών πολιτικών, στελεχών της αριστεράς ή οικονομολόγων είχαν φέρει το 30% του ελληνικού λαού σε δημοσκόπηση της VPRC τον Ιούνιο του 2011 ή και πολύ μεγαλύτερο ποσοστό σε πρόσφατες δημοσκοπήσεις, κοντά σε τέτοιες θέσεις.

Ο αρθογράφος αναπαράγει τα γνωστά επιχειρήματα κινδυνολογίας, που συνέβαλαν στο να φτάσουμε ως εδώ με τους ωμούς εκβιασμούς από το σύνολο πολιτικό και μιντιακό κατεστημένο. Ότι θα χάσουμε το 50% του εισοδήματός μας και άλλα τέτοια που χωρίς σκέψη εκστομίζονται όταν μετράμε 25% ανεργία, 25% ύφεση, με πολλά εισοδήματα να έχουν γονατίσει στο 40% και 50%, χωρίς όρους διεξόδου. Δεν χρειάστηκε η δραχμή για να λεηλατηθεί η χώρα και ο λαός της. Κι αν αυτό το κρύβουν τα μνημονιακά επιτελεία, είναι ακατανόητο γιατί το κρύβουν και τα αντιμνημονιακά.

Ο Α.Βασιλείου επιχειρηματολογεί σαν να μην έχει αντιληφθεί ή διαβάσει ότι η ανάκτηση της νομισματικής και οικονομικής πολιτικής, όπως συμπυκνώνεται στο Σχέδιο Β από το Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής ή από οικονομολόγους (Λαπαβίτσας κ.α.), είναι ΟΡΟΣ για την εκπόνηση ενός σχεδίου δημοκρατίας, παραγωγικής ανασυγκρότησης προς όφελος των δυνάμεων της εργασίας, δημόσιων επενδύσεων, ανατροπής της λιτότητας και της ύφεσης και όχι «μαγικό ραβδάκι». Δεν μπορεί να μην έχει διαβάσει, για παράδειγμα από τους προαναφερόμενους, ότι η ανάγκη για ένα σχέδιο Β, η ανάγκη για μια διαφορετική εναλλακτική έξω από τα πλαίσια της ευρωζώνης, προκύπτει ακριβώς επειδή τα πράγματα πάνε έτσι κι αλλιώς προς τα εκεί και έχει σημασία ο τρόπος, ο χρόνος και η κατάσταση του λαϊκού κινήματος, δηλαδή η ύπαρξη ενός κοινωνικού μετώπου, που θα ενώνεται σε μια άλλη εφόλης της ύλης επιλογή από αυτή που μας βύθισε στην κόλαση0.
Ο αρθογράφος γράφει σαν να είμαστε στο 2010. Σαν να μην έχει ήδη συγκεκριμένα αποτελέσματα και στον ΣΥΡΙΖΑ και στην ριζοσπαστικοποίηση του λαού, η υπεράσπιση της θέσης «εγγυόμαστε για το ευρώ».

Η μη αναγνώριση του ταξικού και ιμπεριαλιστικού χρέους και της ανάγκης για διαγραφή έγινε μορατόριουμ και αποπληρωμή με ρήτρα ανάπτυξης. Η ανατροπή του μνημονιακού καθεστώτος επιτήρησης έγινε «να επαναδιαπραγματευθούμε με τους δανειστές την δανειακή σύμβαση». Η παραγωγική ανασυγκρότηση και η αλλαγή πλεύσης από ένα στρεβλό και μεταπρατικό μοντέλο έγιναν όρκοι του Α.Τσίπρα στην επιχειρηματικότητα στην ΔΕΘ και στο Ελληνοαμερικανικό επιμελητήριο, ή ακόμη χειρότερα έγιναν διθύραμβοι της Αυγής για την Λάτση. Η ανατροπή της λιτότητας πήγε στην άκρη γιατί ο πρώτος στόχος είναι το πρωτογενές πλεόνασμα κατά Δραγασάκη ή η δημοσιονομική σταθεροποίηση κατά Σταθάκη. Το ότι θα προχωρήσουμε σε μια νέα συμφωνία με τους δανειστές μας και δεν θα κάνουμε μονομερείς ενέργειες τείνει να αντικαταστήσει την κατάργηση του μνημονίου. Το κυπριακό μνημόνιο διαφημίζεται από τις στήλες της Αυγής ως ένα καλό αριστερό μνημόνιο.
Με δύο λόγια, η πολεμική στη θέση «όχι στο ευρώ» έχει ήδη αποτελέσματα εδώ και δύο χρόνια. Υποχώρησης του ΣΥΡΙΖΑ από τους διακηρυγμένους στόχους του, αναδίπλωσης, αναζήτησης ενός πρώιμου συμβιβασμού με τμήματα της αστικής τάξης, υπόσκαψης ακόμα και αυτής της λαϊκής δυναμικής που τον έφερε στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Όχι γιατί είναι ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά γιατί όταν ετοιμάζεσαι να αναλάβεις κυβερνητικές ευθύνες οι γενικολογίες πρέπει να γίνουν συγκεκριμένες πολιτικές και τα συνθήματα πράξη. Το όχι στο Μνημόνιο, το όχι στην λιτότητα και την ύφεση, η παραγωγική ανασυγκρότηση, η ανατροπή της επικυριαρχίας των δανειστών σημαίνει συγκεκριμένες ρήξεις με το διεθνές πλαίσιο, με την ευρωζώνη, με τους δανειστές και τις δανειακές συμβάσεις. Δύσκολες, επώδυνες, αλλά ρήξεις.

Ο λαϊκός ριζοσπαστισμός στο δεν πληρώνω, στις παρελάσεις, στις πλατείες, στις απεργίες έδινε «πάσες» στα πολιτικά υποκείμενα και στην αριστερά να πολιτικοποιήσουν την οργή και να οξύνουν την αντιπαράθεση με το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο της χρεοκοπίας. Αυτή η υπό εκκόλαψη διαμόρφωση των δύο μπλοκ, τείνει να ρευστοποιηθεί ξανά και να δούμε αντί για ανατροπή μια αλλαγή φρουράς.

Όποιος δεν βλέπει ότι στο διάστημα αυτό, που κορυφωνόταν η κρίση στην ευρωζώνη, οι αμφισημίες έως και τα διαπιστευτήρια για την μη σύγκρουση με τους δανειστές και το ευρώ, έπαιξαν και παίζουν καταλυτικό ρόλο για την «αμηχανία» του ΣΥΡΙΖΑ και την συνεπακόλουθη αμηχανία του λαού, έχει παγιδευτεί σε μια καταστροφική πορεία και για τον λαό και για την αριστερά. Αν βέβαια μιλάει εξ’ ονόματος της αριστεράς.

Ο αρθογράφος δεν βλέπει τίποτε από όλα αυτά και αναπαράγει προπέρσινα στερεότυπα και κινδυνολογίες σαν «ταξική ανάλυση». Και βέβαια στο δια ταύτα, δηλαδή πως θα προστατεύσει ο ΣΥΡΙΖΑ τα λαϊκά στρώματα, πως θα ορθώσει ασπίδα κοινωνικής προστασίας σύμφωνα με το πρόγραμμά του, ουδέν νεότερο. Αρκεί η διαστρέβλωση των θέσεων για ένα κοινωνικό και πολιτικό μέτωπο διεξόδου συγκροτημένο σε ένα μεταβατικό πρόγραμμα υπέρ των εργαζομένων (που κάτι τέτοιο δεν υφίσταται εντός ευρωζώνης) και η αναπαραγωγή της κινδυνολογίας μαζί με υπεραπλουστεύσεις του τύπου «Η ευρωζώνη και η ΕΕ είναι τόσο νεοφιλελεύθερη όσο και η Ελλάδα».

Ο αρθογράφος φαντασιώνεται ότι μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα θα χρησιμοποιήσει το ευρώ για δικό της όφελος. Δεν έχει αντιληφθεί το Γερμανικό σχέδιο για τραπεζική ενοποίηση με συνακόλουθα μνημόνια σε όποιον ακολουθήσει; Δεν έχει μια εκτίμηση για την φύση, τα όρια και τον χαρακτήρα της αντίθεσης στο γερμανικό σχέδιο, από Ισπανία, Γαλλία, Ιταλία; Ότι είναι αυτό ακριβώς που ξορκίζει, δηλαδή η υποταγή των λαϊκών κινημάτων του Νότου στις αστικές τους τάξεις (και όχι μόνο – και υπερατλαντικά), με όπλο την λιτότητα και την δημοσιονομική προσαρμογή;

Το δεύτερο θέμα είναι η πολιτική συμμαχιών του ΣΥΡΙΖΑ και αν σήμερα η βασική πλευρά πρέπει αν είναι η απεύθυνση σε ΚΚΕ-Ανταρσυα. Θέμα που απασχολεί τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά απασχολεί και τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις. Επίσης συνδέεται με τις τελευταίες εκφωνήσεις που αντικαθιστούν το σύνθημα της αριστερής κυβέρνησης με την κυβέρνηση εθνικής ή κοινωνικής σωτηρίας. Σύνθημα που θα δει κανείς και στον Πάνο Καμμένο και στη διακήρυξη του Νίκου Κοτζιά και πολύ φοβόμαστε ότι θα ακολουθήσουν και άλλα «τζάκια».
Ο αρθογράφος θέτει μια υπαρκτή πλευρά. Ότι πολιτικό μέτωπο δεν αρκεί χωρίς κοινωνικό μέτωπο. Θα προσθέταμε εμείς ότι σήμερα αφού ο Γόντικας και η Παπαρήγα δεν θέλουν, πολιτικό μέτωπο μπορεί να τεθεί μόνο αν οικοδομηθεί από τα κάτω και αν ο ΣΥΡΙΖΑ επιμείνει από τα πάνω σε αυτήν την πολιτική. Η αφετηρία όμως μιας πολιτικής πρότασης από το αν βγαίνουν τα νούμερα στις δημοσκοπήσεις είναι λάθος και βάζει το κεφάλι στο πάτωμα και τα πόδια στο ταβάνι. Το ερώτημα δεν είναι που θα βρεθούν οι 20-30 βουλευτές που θα λείπουν αν δεν βγάλει αυτοδυναμία ο ΣΥΡΙΖΑ. Δεν μπορεί η φωτογραφική αποτύπωση των δημοσκοπήσεων να αποτελεί τον οδηγό της διατύπωσης πολιτικής. Ένα μήνα μετά την εκφώνηση της κυβέρνησης της εθνικής σωτηρίας, οι ΑΝΕΛ παραπαίουν και η αριστερά συγκεντρώνει στις δημοσκοπήσεις 40%. Να περιμένουμε νέα στροφή υπέρ της κυβέρνησης της αριστεράς μέχρι να αλλάξει ξανά στο επόμενο δημοσκοπικό εύρημα;
Το ερώτημα για το είδος της κυβέρνησης που χρειάζεται ο λαός αφορά το τι πρόγραμμα θέλει να εφαρμόσει ο ΣΥΡΙΖΑ και σε ποιες δυνάμεις το απευθύνει. Υπάρχει η αριστερή κυβέρνηση, αλλά υπάρχει και η αριστερή ηγεμονία που χωρίς αυτήν το οποιοδήποτε κοινοβουλευτικό σχήμα δεν μπορεί να κυβερνήσει υπέρ του λαού. Υπάρχει το πολιτικό και κοινωνικό μέτωπο και υπάρχει και η ανάγκη να ηγεμονεύσει σε αυτό η αριστερά και οι εργαζόμενοι και όχι να δούμε μια αλλαγή φρουράς στην αστική τάξη, υπό κυβέρνηση της αριστεράς. Αυτό οικοδομείται πάνω σε προγράμματα και θέσεις και πάνω σε πολιτικές συμμαχιών μιας διαιρεμένης αριστεράς. Δεν οικοδομείται με το να προσπαθήσει ο ΣΥΡΙΖΑ να «καλύψει» εκλογικά όλον τον αντιμνημονιακό χώρο, από τους δυσαρεστημένους του Πασοκ μέχρι την λαϊκή δεξιά. Δεν μπορεί να γίνει απλός υποδοχέας του διαλυμένου σοσιαλιστικού χώρου και της λεγόμενης «δημοκρατικής παράταξης», αλλά μπορεί να γίνει καταλύτης και οργανωτής της αλλαγής των λαϊκών συνειδήσεων – και της παλιάς βάσης του Πασοκ - προς τα αριστερά.

Απέναντι στο ΚΚΕ, δεν αρκεί το κάλεσμα για ενότητα, αλλά και η προβολή των προγραμματικών θέσεων εκείνων που θα πιέζουν το ΚΚΕ καθώς και οι πρωτοβουλίες μέσα στους μαζικούς χώρους που θα δημιουργούν όρους για το κοινωνικό μέτωπο. Η σημερινή αμφισημία – έως αναδίπλωση - του ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με την υποχώρηση από το καθήκον της οργάνωσης του λαϊκού ξεσηκωμού, διευκολύνει το ΚΚΕ για την αντιενωτική του πολιτική και για να καταλήξει στο γνωστό... «εμείς τα λέγαμε». Δεν μπορούν όλα τα παραπάνω να ξεχνιούνται υπό την πίεση «με ποιον θα συγκυβερνήσει ο ΣΥΡΙΖΑ» ή και το «δεν φτάνουν οι ψήφοι της αριστεράς από μόνα τους». Οι μετέπειτα διαπραγματεύσεις και πιθανές υποχωρήσεις για μια προσωρινή κυβέρνηση με δυνάμεις που έχουν διαφορετική πολιτική, αν «δεν βγαίνουν τα νούμερα» είναι ένα άλλο ζήτημα, είναι ζήτημα τακτικής και όχι πολιτικής γραμμής, και έχει νόημα μόνο αν έχεις οικοδομήσει μια διαφορετική ηγεμονία μέσα στο λαό, εκτός αν θέλουμε να παραδοθούμε άνευ όρων στην αστική τάξη και στο πολιτικό της πλαίσιο.

Είναι άλλο ζήτημα η συμμαχία με πασοκογενείς δυνάμεις και είναι άλλο πράγμα το να μην μπαίνει φραγμός για όσους ήταν ή και είναι προβληματικοί. Άλλο η Σακοράφα και άλλο ο Κουρουμπλής, όπως και να το κάνουμε.
Σήμερα το καθήκον μιας τέτοιας αριστερής συμπαράταξης είναι να ενώσει την πλειοψηφία του λαού πάνω σε συγκεκριμένους στόχους, που ο αρθογράφος περιγράφει με ένα γενικό τρόπο, αλλά χρειάζονται εξειδίκευση. Όχι γιατί σταμάτησαν να υπάρχουν οι διαιρέσεις αριστερά-δεξιά, όπως ισχυρίζεται ο αρθρογράφος, αλλά γιατί τα μνημόνια και η κρίση πλήττουν την πλειοψηφία του λαού.
 
Το τρίτο ζήτημα αντιπαράθεσης επικεντρώθηκε στην λίστα της Αριστερής Πλατφόρμας στην συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτό ήταν μόνο η αφορμή. Επί της ουσίας ο ΣΥΡΙΖΑ διαπερνάται από μια αντίθεση από παλιά για το τι τύπου κόμμα είναι. Η μία τον έβλεπε σαν εκλογικό μηχανισμό που θα εξέφραζε τμήματα του εκλογικού σώματος με όρους ανάθεσης. Και σήμερα που τα τμήματα αυτά είναι πλειοψηφικά ο τόνος έχει πέσει στο να τα εκφράσει εκλογικά και να αποκτήσει μια χαλαρή πολιτικοκινηματική σχέση μαζί τους. Άποψη που εμφανίζεται ως νέα και φρέσκια, πλατιά και ευρύχωρη κόντρα στην σκουριά των μηχανισμών, όμως τόσο παλιά και πολυφορεμένη από τον αμαρτωλό σοσιαλδημοκρατικό και λαϊκιστικό χώρο. Έτσι καθοδηγούν οι δημοσκοπήσεις και όχι τα προγράμματα, η επικοινωνία και όχι οι εκτιμήσεις. Έτσι το κριτήριο των πάντων είναι να μην πούμε κάτι που θα το χρησιμοποιήσει το δελτίο του Mega εναντίον μας. Η πολυγλωσσία προφανώς και βλάπτει, αλλά σε μια γραμμή που είναι «λάστιχο», ανάλογα με το κοινό, το πού δίνεται η συνέντευξη, το ποιος μιλάει, υπάρχει ένα θέμα για το πού είναι η γραμμή και πού είναι η πολυγλωσσία. Η συζήτηση και πάλι δαιμονοποιείται. Οι μηχανισμοί, οι σεχταριστές και «σκληροί» από την μία και οι «λαϊκοί», οι πλατιοί, οι δημοκρατικοί από την άλλη. Είναι αλήθεια ότι στην ιστορία της αριστεράς υπάρχουν πολλά αμαρτήματα γύρω από τα ζητήματα δημοκρατίας. Όσο αλήθεια είναι ότι οι μεγαλύτερες ενσωματώσεις και κωλοτούμπες έγιναν στο όνομα του αγώνα υπέρ της δημοκρατίας και κατά του σεχταρισμού. Και όσον αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, πολλές αντιπαραθέσεις ότι οι «αριστεροί» δεν επιτρέπουν στον «λαό» να μπει στον ΣΥΡΙΖΑ, ότι με την στενομυαλιά τους εμποδίζουν να γεννηθεί κάτι νέο, ότι δεν ακούν τις πλατείες και την ανάγκη για οριζοντιότητα. Όλοι μας έχουμε αντιμετωπίσει την αριστερά των μεγάλων στρατηγών χωρίς στρατό, των μεγάλων «ηγετών», της μεγάλης και μοναδικής αλήθειας, των αυτιστικών διαδικασιών, των ανθρωποδιωκτικών διαδικασιών. Όμως ας μην κρυβόμαστε πίσω από αυτά τα σακατιλίκια.
Σήμερα χρειαζόμαστε μια μεγάλη αριστερά, ένα μεγάλο μέτωπο της αριστεράς, με μέλη, διαδικασίες, συμμετοχή, εσωτερική δημοκρατία.

Για να οργανώνει τον λαό στην γειτονιά και στους εργασιακούς χώρους για να αντισταθεί και να ενωθεί, για να οργανώσει τον λαϊκό ξεσηκωμό. Εδώ οι πολλές φλυαρίες περί συνειδητού και αυθόρμητου και οι κατάρες στην αριστερά που κουνάει το δάχτυλο, απλά υπεκφεύγουν του καθήκοντος και ετοιμάζουν το πλαδαρό κόμμα, το κόμμα-εκλογικός μηχανισμός που αναμένει μια ομαλή κυβερνητική εναλλαγή.

Για να κάνει μαζική διαφώτιση (παλαιοκομματικό;), προπαγάνδα, αποκάλυψη, πειθώ για τον εναλλακτικό δρόμο της αριστεράς, για το διαφορετικό πρόγραμμα, για να οικοδομεί λαϊκό έρεισμα όχι μέσω της TV, αλλά μέσα από δουλειά καθημερινή μέσα στον κόσμο.
Για να δώσει έμπρακτα το διαφορετικό παράδειγμα, σε μια εποχή απαξίωσης της πολιτικής και των πολιτικών. Διαφορετικό παράδειγμα στο πως συζητάει τις διαφωνίες, στο πως χειρίζεται τα ΜΜΕ, στην στάση γύρω από τα κοινοβουλευτικά προνόμια, στο προσωπικό παράδειγμα των βουλευτών και των κομματικών στελεχών. Δεν γίνεται αυτά να έχουν χαριστεί στην ΧΑ.

Είναι εφικτό κάτι τέτοιο ή μήπως θα διώξουμε τον κόσμο; Πως θα οικοδομηθεί κάτι τέτοιο δεδομένων των διαφορετικών επιπέδων της συνείδησης στον λαό; Μπορεί να γίνουν όλοι ακτιβιστές; Το ερώτημα είναι αν μια τέτοια πολιτική για «τον φορέα» είναι αναγκαία και αν είναι αυτή η κατεύθυνση. Οι λίστες και οι πτέρυγες (που είναι αυτονόητο ότι θα υπάρχουν σε μια μεγάλη αριστερά), είναι κουρτίνα για να κρύψουμε επιλογές που γίνονται αλλά δεν ομολογούνται.

Δεν υπάρχουν σχόλια: