Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2013

Από τη Βεργίνα στην Αμφίπολη: Πρώτα ως τραγωδία, μετά ως φάρσα / Γιάννης Χαμηλάκης

Αμφίπολη Σερρών, Αύγουστος 2013: Η «εθνική αρχαιολογία» σε νέες, ηρωικές περιπέτειες. Ή μήπως όχι και τόσο νέες; 1977-2013, σα να μην πέρασε μια μέρα. Ξανά ένας τύμβος, ένα «μοναδικό» ταφικό μνημείο (γνωστό στους αρχαιολόγους ήδη από τη δεκαετία του ’60), ξανά η βιαστική συσχέτιση με έναν «σημαντικό» νεκρό που εμμέσως πλην σαφώς κατονομάζεται, ξανά οι ομολογημένες ή κρυφές ελπίδες για μια συγκλονιστική αποκάλυψη, ξανά οι από...

Βορράν εχθροί –αντίπαλοι στη μάχη των συμβόλων– που καραδοκούν.
 
Παρά τις έστω και καθυστερημένες αντιδράσεις των ανασκαφέων και την ανακοίνωση του Υπουργείου Πολιτισμού που τονίζει πως, σ’ αυτό το στάδιο τουλάχιστον, «οποιαδήποτε ταύτιση με ιστορικά πρόσωπα στερείται επιστημονικής τεκμηρίωσης και είναι παρακινδυνευμένη», άλλη μια κάθοδος στον κόσμο των «επιφανών» νεκρών προετοιμάζεται· άραγε, άλλο ένα δράμα δημόσιας ονειρικής αρχαιολογίας βρίσκεται εν τη γενέσει; Πάντως η στιγμή της αποκάλυψης προετοιμάζεται με «γοργό ρυθμό γιατί [η ανασκαφή] γίνεται με σκαπτικά μηχανήματα και δεν απαιτεί τη γνωστή κοπιαστική αρχαιολογική λεπτολόγηση», όπως γράφτηκε — φράση που θα εξέπληττε τους περισσότερους φοιτητές αρχαιολογίας. Βέβαια, το δράμα της αποκάλυψης θα παιχτεί χωρίς τον εθνάρχη αυτή τη φορά, όμως κυβερνητικοί βουλευτές ήδη συρρέουν στη θέση και κάνουν παρεμβάσεις στον υπουργό Πολιτισμού (που και ο ίδιος επισκέφθηκε την ανασκαφή την περασμένη βδομάδα), ενώ ο Καραμανλής ο νεώτερος έχει, λέει, ένα χωραφάκι εκεί κοντά…
 
Οι ταυτότητες παράγονται με την επιτελεστική ανάκληση του παρελθόντος, την αναφορά στη μνημονική εξουσία του, την επανάληψη, λέει η Μπάτλερ. Ο Αντώνης Ζώης στα 1987 σε μια συζήτηση με τον Μανόλη Ανδρόνικο στο Αντί (που απ’ ό,τι φαίνεται, θα μας είναι για πολύ καιρό ακόμα χρήσιμη) είχε μιλήσει για το «σύνδρομο της Βεργίνας». Η σύνδεση με τη Βεργίνα έγινε ήδη από τους ανασκαφείς, που δήλωσαν στις κάμερες πώς τέτοιος εντυπωσιακός περίβολος «στην Βεργίνα δεν υπάρχει».
 
Αλήθεια, όμως, γιατί τόσο μένος εναντίον των δημοσιογράφων και των ιστολογίων; Όταν το κοινό έχει εθιστεί σε εθνικούς αρχαιολογικούς μύθους, που εν μέρει παράγουν οι ίδιοι οι ειδικοί; Όταν έχει μάθει πως αρχαιολογία είναι κυρίως ο εντοπισμός, η τελετουργική και μυστηριακή αλλά πρωτίστως θεαματική αποκάλυψη «μοναδικών» και λαμπρών ανακτόρων και τάφων που κρύβουν αμύθητα χρυσά αντικείμενα αλλά και τα ιερά λείψανα επώνυμων προγόνων, βασιλέων και κοσμοκατακτητών, γιατί θα πρέπει να κατακεραυνώνεται όταν επιζητεί και ελπίζει σε μια ακόμα παράσταση του ίδιου έργου, παράσταση που ειδικά αυτή τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή έχει τόσο ανάγκη;
 
Μήπως τελικά δεν είναι η θρησκεία το όπιο του λαού, αλλά η «εθνική αρχαιολογία» ή, ακριβέστερα, η εκκοσμικευμένη θρησκεία της εθνικής αρχαιολογίας; Από την άλλη, τόσα κυβικά χώμα θα πρέπει τώρα να σκαφτούν, είναι εξάλλου εθνική απαίτηση. Μερικές δεκάδες άνθρωποι στην περιοχή θα βρουν τουλάχιστον δουλειά, έστω και περιστασιακή. Εκτός εάν, προς άγραν φτηνού εργατικού δυναμικού, επιστρατευτούν οικονομικοί μετανάστες από το Πακιστάν και την Ινδία. Ας σκάψουν λοιπόν αυτοί το ταφικό μνημείο, που, ποιος ξέρει, μπορεί και να σχετίζεται με τον «κατακτητή» των προγόνων τους.
 
Ο Γιάννης Χαμηλάκης διδάσκει αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο του Σαουθάμπτον
 
πηγή: ΕΝΘΕΜΑΤΑ

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Το Σαουθάμπτον(;) είναι πολύ μακριά να πείτε στον κο Χαμηλάκη...(Γιατί άραγε το αναφέρει?)
Αυτό με τον "αντιεπιστημονικό" τρόπο της ανασκαφής με εκσκαφείς το οποίο και τσαμπουνάνε διαρκώς τελευταία διάφοροι αειθαλείς "συνταξιούχοι" (ή λίγο πριν) του ΥΠΠΟ που στην θητεία τους σε αυτό δεν έκαναν τίποτα, ο κος Χαμηλάκης το ασπάζεται, αφού και ο ίδιος δεν έχει ακόμη αναλάβει την ευθύνη μιας σοβαρής ανασκαφής και επομένως δεν μπορεί να κρίνει επί του θέματος. Όλοι αυτοί οι "συνταξιούχοι" που προανέφερα έσκαβαν πάντοτε στην Μακεδονία με την παλαιότατη τεχνική του "σταυρού" και χρησιμοποιούσαν εκσκαφείς απο πάντα (ακόμα και Ανδρόνικος!). Αυτά λοιπόν που πετάνε κάποιες κες και κύριοι αρχαιολόγοι στη Μακεδονία είναι μπαρούφες, αφού τους τύμβους τους έσκαβαν πάντοτε απο την κορυφή και τους έκαναν πιάτο, απλά στην περίπτωση του τύμβου Καστά, όπως φαίνεται απο το τελευταίο άρθρο της Κοντράρου, Ο Λαζαρίδης και η Κουκούλη χαθηκαν και κόμπλαραν στην γιγάντια κλίμακα του τύμβου και δεν σκέφτηκαν να κάνουν κάτι άλλο, ακολουθώντας ένα αντιεπιστημονικό, άλλα κατεστημένο πρωτόκολλο και μέθοδο.