Παρασκευή, 8 Νοεμβρίου 2013

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπροστά στις αυτοδιοικητικές εκλογές / Αρ. Βασιλόπουλος

Άρης Βασιλόπουλος | 07.11.2013


Έξι μήνες πριν τις αυτοδιοικητικές εκλογές και η συζήτηση γι' αυτές έχει ανοίξει για τα καλά. Πρώτα και κύρια από τη μεριά της κυβέρνησης, όπου ύστερα από συνεννόηση με τους «βλαχοδημάρχους», που αρχικά αντιδρούσαν, φαίνεται να προωθείται τελικά η αλλαγή του...
εκλογικού νόμου.


Διακηρυγμένος στόχος του είναι η απο-πολιτικοποίηση της εκλογικής μάχης (ξεχωριστές λίστες υποψήφιων Δημάρχων και δημοτικών συμβούλων, ώστε να εστιαστεί η προεκλογική συζήτηση στα “ικανά και άξια πρόσωπα”), ώστε αφενός να μην υπάρξει σαφής καταγραφή του πολιτικού χάρτη, αφετέρου να τεθούν διοικητικά εμπόδια σε Δήμους που θα κερδηθούν από την Αριστερά. Την ίδια στιγμή, η συζήτηση και η προετοιμασία για τις αυτοδιοικητικές εκλογές έχει προχωρήσει και στο ΣΥΡΙΖΑ, αφού οι εκλογές του Μάη θα αποτελέσουν μία σοβαρή πολιτική μάχη με στόχο να καταγραφεί σε τοπικό/περιφερειακό επίπεδο η αλλαγή συσχετισμών από τις προηγούμενες εκλογές και αυτό να αποτελέσει είτε το πρόκριμα, είτε το επιστέγασμα μίας προσπάθειας συγκρότησης κυβέρνησης της Αριστεράς. Αν και το τμήμα Αυτοδιοίκησης και η ΚΕ έχουν χαράξει τις βασικές κατευθύνσεις και τις προγραμματικές θέσεις μέσα από τις οποίες θα κινηθεί ο ΣΥΡΙΖΑ, κάνοντας μία σοβαρή και ουσιαστική δουλειά, εν τούτοις μία σειρά ζητήματα παραμένουν ανοιχτά. Στο βαθμό μάλιστα που η κατάσταση στην ίδια την Τοπική αυτοδιοίκηση είναι δραματική και δεν έχει προηγηθεί μία πολιτική ανατροπή που θα θέσει τις μνημονιακές δυνάμεις στο περιθώριο, οι επιλογές που θα κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ στην τοπική αυτοδιοίκηση θα δοκιμαστούν σε μία πρωτόγνωρη κατάσταση. Γι' αυτό και χρειάζεται η μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια στα διλήμματα που τίθενται, αφού από την απάντησή τους θα εξαρτηθεί όχι μόνο, ή κυρίως, το κατά πόσον ο ΣΥΡΙΖΑ θα καταφέρει να διεκδικήσει Δήμους, αλλά το αν θα μπορέσει να αυξήσει την πραγματική του επιρροή στην κοινωνία και να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των λαϊκών τάξεων από καλύτερες θέσεις.
Είναι οι αυτοδιοικητικές εκλογές άχρωμες; Ή αλλιώς, γιατί οι αυτοδιοικητικές εκλογές είναι μία αμιγώς πολιτική μάχη!
Αν αυτό δεν ίσχυε μία φορά στην προ κρίσης και μνημονίου εποχή, σήμερα κάτι τέτοιο είναι εντελώς εκτός πραγματικότητας. Η τριετής εφαρμογή του Καλλικράτη και του μνημονίου, δηλαδή κεντρικές πολιτικές επιλογές, έχουν βάλει την Τοπική αυτοδιοίκηση στην κλίνη του Προκρούστη, οδηγώντας την ένα βήμα πριν την οικονομική και θεσμική διάλυση. Σε οικονομικό επίπεδο, οι διαθέσιμοι από την κεντρική κυβέρνηση πόροι (ΣΑΤΑ, ΚΑΠ, προνοιακά επιδόματα) έχουν μειωθεί στην τριετία κατά 60% περίπου, ενώ στον προϋπολογισμό του 2014 διαφαίνονται περαιτέρω μειώσεις 10%. Αυτό έχει ως συνέπεια την συρρίκνωση των παρεχομένων υπηρεσιών, τη μετακύλιση του κόστους λειτουργίας τους στους δημότες, καθώς και τη δραματική επιδείνωση των υφιστάμενων εργασιακών σχέσεων. Σχεδόν 20% των υπηρεσιών στους Δήμους πλέον λειτουργούν υπό τη μορφή ΜΚΟ και κοινωνικών συνεταιριστικών επιχειρήσεων (ΚΟΙΝΣΕΠ), όπου πίσω από τα εύηχα ονόματα κρύβονται δουλεμπορικές εργασιακές σχέσεις και μισθοί πείνας. Κάθε καλοκαίρι δίνεται μάχη για το άνοιγμα των βρεφονηπιακών σταθμών, όπου σχεδόν σε όλους έχουν επιβληθεί τροφεία, ενώ μια σειρά υπηρεσίες που πριν ήταν δημοτικές και δωρεάν στους Δημότες, βαθμιαία  θα περάσουν στους ιδιώτες αν δεν υπάρξει αντίσταση. Μέσω της μεταφοράς πλήθους αρμοδιοτήτων στους ΟΤΑ, σε συνδυασμό μάλιστα με την υποχρηματοδότηση και την εγκαθίδρυση καθεστώτος επιτροπείας στους Δήμους (Παρατηρητήριο ΟΤΑ), το σχέδιο που έχει εξυφάνει η κυβέρνηση σε συνεργασία με την Task Force του Ράιχενμπαχ είναι η μετατροπή των ΟΤΑ σε ένα μεγάλο ΤΑΙΠΕΔ, όπου θα ξεπουληθεί ότι μπορεί να ξεπουληθεί: από το περιβάλλον και τους ελεύθερους χώρους, μέχρι τις υπηρεσίες καθαριότητας και την αποκομιδή των σκουπιδιών. Όλα αυτά μάλιστα θα παρουσιαστούν στους Δημότες ως ανακούφιση για τους επιβαρυμένους προϋπολογισμούς και απαλλαγή από τους «τεμπέληδες» δημοτικούς υπαλλήλους προκειμένου να χρυσωθεί το χάπι.

Όμως η πραγματικότητα είναι διαφορετική: ένα μεγάλο τμήμα των υπηρεσιών του – όποιου - κοινωνικού κράτους (βρεφονηπιακοί σταθμοί, ΚΑΠΗ, ΚΗΦΗ, Βοήθεια στο σπίτι, Πνευματικά κέντρα, Αθλητικά κέντρα, Σχολεία, Ψυχοκοινωνική υποστήριξη κ.α) ανήκει στους Δήμους και η επιβίωσή τους με όρους κοινωνικών υπηρεσιών, και όχι κερδοσκοπικών προϊόντων, τίθεται εν αμφιβόλω. Όποιος ισχυριστεί ότι αυτή η μάχη μπορεί να κριθεί αποκλειστικά εσωτερικά στο επίπεδο ενός Δήμου, χωρίς αυτό να συνδεθεί με μία συνολική πολιτική ανατροπή, διαθέτει - το λιγότερο - αυταπάτες. Γιατί μόνο η αποτίναξη των μνημονιακών δεσμών και η ανατροπή του πολιτικού συστήματος μπορεί να εγγυηθεί την επιβίωση της Τοπικής αυτοδιοίκησης, αφού διαφορετικά ο κάθε Δήμος θα είναι αναγκασμένος να μετατραπεί σε φορομπηχτικό μηχανισμό για να επιβιώσει. Όποιος όμως από την άλλη επιμένει να προσβλέπει σε «ικανά και άξια πρόσωπα» ως λύση γενικά και αφηρημένα – δηλαδή με όρους παραγοντισμού – τότε λέει συνειδητά ψέματα. Γιατί ικανά και άξια πρόσωπα, τουλάχιστον από τη σκοπιά των θέσεων της Αριστεράς, μπορεί να είναι μόνο αυτά που θα βοηθήσουν στη συγκρότηση ενός πολιτικού ρεύματος, στην ανάπτυξη του κοινωνικού κινήματος και θα δεσμευτούν για την υλοποίηση ενός προγράμματος υπέρ των λαϊκών τάξεων σε τοπικό επίπεδο, και όχι απλώς για την υποστήριξη κάποιων θέσεων, που λόγω ανάγκης ίσως να μην εφαρμοστούν...

Είναι προφανές ότι αν έχει προηγηθεί η εκλογή μίας κυβέρνηση της Αριστεράς θα διαφοροποιήσει τις δυνατότητες που θα υπάρξουν σε τοπικό επίπεδο. Όμως τα σχήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς και ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να προετοιμαστούν  να δώσουν σκληρή μάχη και να δεσμευτούν ότι θα υπερασπιστούν τα κοινωνικά αγαθά, τις κοινωνικές υπηρεσίες, το περιβάλλον και συνολικά τα συμφέροντα των «από κάτω» με κάθε κόστος.  Όλα αυτά επ' ουδενί δεν σημαίνουν ότι οι δημοτικές παρατάξεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν θα πρέπει νια διαθέτουν αναλυτικό και εξειδικευμένο πρόγραμμα και με έμφαση σε τοπικά ζητήματα. Αντίθετα, σημαίνει πως ένα τέτοιο πρόγραμμα μπορεί να υλοποιηθεί μόνο στο βαθμό που προσβλέπει στη συγκρότηση ενός ισχυρού και διεκδικητικού αυτοδιοικητικού κινήματος και είναι συνδεδεμένο με την προοπτική της ανατροπής της μνημονιακής κυβέρνησης.

Με ποιο πολιτικό πλαίσιο; Αρκεί το αντιμνημονιακό και το αντικαλλικρατικό;
Αν και σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο η διαχωριστική γραμμή μνημόνιο/αντιμνημόνιο οριοθετεί, έστω και με μεγάλη ανομοιογένεια, πολιτικά μπλοκ, δεν ισχύει το ίδιο και στην Τοπική αυτοδιοίκηση. Στις τοπικές κοινωνίες, όπου η καθημερινή έκθεση των πολιτικών προσώπων είναι πολύ μεγαλύτερη, με μεγάλη δυσκολία μπορεί να βρει κανείς υπέρμαχους του μνημονίου και του Καλλικράτη. Αντίθετα, 9 στους 10 συνδυασμούς που θα κατέλθουν στις εκλογές θα δηλώνουν αντιμνημονιακοί! Επομένως, η διακριτή ταυτότητα των αυτοδιοικητικών σχημάτων της ριζοσπαστικής Αριστεράς και των συμμάχων της χρειάζεται να συγκροτείται πάνω σε ευρύτερα στοιχεία:

α. Οι θεσμικές παρεμβάσεις πρέπει να λογοδοτούν στην προσπάθεια συγκρότησης επιτροπών αγώνα και κινημάτων διεκδίκησης σε τοπικό επίπεδο. Αυτό απαιτεί δημοκρατικά αυτοδιοικητικά σχήματα, τα οποία θα συγκρουστούν με προσωποκεντρικά μοντέλα και λογικές ανάθεσης και θα προσπαθήσουν να ενεργοποιήσουν κοινωνικές δυνάμεις και να βοηθήσουν στην αυτοοργάνωση τους.

β. Η διεύρυνση της δημοκρατίας σε τοπικό επίπεδο μέσω της δημιουργίας λαϊκών συνελεύσεων γειτονιών, της εισαγωγής δημοψηφισμάτων σε κρίσιμα ζητήματα και άλλων μορφών άμεσης δημοκρατίας, καθώς και μορφών συμμετοχικού προϋπολογισμού. Αυτά έχουν στρατηγική σημασία για την Αριστερά στην κατεύθυνση αρχικά της αναχαίτισης του αντιδημοκρατικού κατήφορου που έχει επιβληθεί στη χώρα , αλλά και για τη δημιουργία θεσμών που προοπτικά μπορούν να αποτελέσουν μορφές εναλλακτικής εξουσίας.

γ. Η ιδεολογική, πολιτική και κινηματική πάλη για την αναχαίτιση της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, της ομοφοβίας και του φασισμού στις γειτονιές πρέπει να αποτελεί προτεραιότητα στην περίοδο που οι φασίστες με τη συνδρομή της κυβέρνησης δηλητηριάζουν ολοένα και μεγαλύτερα τμήματα της κοινωνίας στο πλαίσιο ενός συνειδητού σχεδίου αντιμετώπισης της κρίσης προς όφελος των αφεντικών.

δ. Η έμπρακτη οργάνωση της κοινωνικής αλληλεγγύης με ένα διπλό τρόπο: αλληλεγγύης πρώτα και κύρια στους αγώνες των εργαζομένων, των ανέργων και των αυτοαπασχολούμενων, αλλά και δημιουργίας μόνιμων δομών αλληλεγγύης (κοινωνικά ιατρεία, φαρμακεία, παντοπωλεία, συνεταιρισμών, νομικής προστασίας κ.α) με στόχο την ανάσχεση της φτώχειας που έχει πάρει εφιαλτικές διαστάσεις.

ε. Η οργάνωση της ανυπακοής απέναντι σε αποφάσεις της κεντρικής εξουσίας που στρέφονται ενάντια στους εργαζόμενους (π.χ απολύσεις), αλλά και στους δημότες (χαράτσια-επανασυνδέσεις ρεύματος, ακύρωση πλειστηριασμών, κ.α).

στ.Η ενθάρρυνση/ενίσχυση μορφών συλλογικής καλλιτεχνικής δραστηριότητας και η δημιουργία εστιών πολιτισμού στις γειτονιές σε μία περίοδο όπου μόνο πολιτιστικά υποπροϊόντα παρέχονται δωρεάν στην κοινωνία είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επανάκτηση των αξιών της συλλογικότητας απέναντι στον ατομισμό.

η. Στο δικαίωμα τέλος των πολιτών να ορίζουν την πόλη, το περιβάλλον και τους κοινόχρηστους χώρους της και να διαφυλλάσσουν την πολιτιστική κληρονομιά της απέναντι στη λογική της εμπορευματοποίησης του περιβάλλοντος και της καταπάτησης των δημόσιων χώρων από αδηφάγα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Με ποιο οδικό χάρτη και ποιες συμμαχίες;
Η απαιτητικότητα των όρων διεξαγωγής της μάχης των αυτοδιοικητικών εκλογών, σε συνδυασμό με την αδυναμία των περισσότερων αυτοδιοικητικών σχημάτων του ΣΥΡΙΖΑ, δημιουργούν το πλέον πρόσφορο περιβάλλον για να δοθεί απόλυτη προτεραιότητα από τώρα στις Ο.Μ στην προετοιμασία για τις αυτοδιοικητικές εκλογές εις βάρος της συνολικής πολιτικής δουλειάς. Κάτι τέτοιο όχι μόνο θα ήταν καταστροφικό πολιτικά, αλλά δεν θα βοηθούσε και στην ίδια τη συγκρότηση αξιόμαχων και επιτυχημένων δημοτικών κινήσεων.

Πρώτα και κύρια γιατί ως ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αναμετρηθούμε άμεσα με τα λαϊκά προβλήματα, οργανώνοντας την προσπάθεια ανατροπής, και όχι αφιερώνοντας τη δράση μας σε προσπάθειες στελέχωσης συνδυασμών, κάτι που βρίσκεται πολύ μακρυά από τα λαϊκά προβλήματα. Επίσης, η ίδια η εμπειρία δείχνει ότι συνδυασμοί που δεν στηρίζονται σε δυνατές πολιτικές οργανώσεις και σε ανθρώπους που έχουν αναδειχθεί μέσα από συλλογικές δράσεις (σωματεία, τοπικά κινήματα, σύλλογοι, κ.α) είναι ευεπίφοροι στον παραγοντισμό, τον αρχηγισμό, και εν τέλει έχουν προσφέρει κακές υπηρεσίες στο κίνημα και την Αριστερά. Αντίθετα, το άπλωμα της πολιτικής δράσης του ΣΥΡΙΖΑ στην κατεύθυνση της συγκρότησης λαϊκών επιτροπών αντίστασης όχι μόνο δεν είναι ανταγωνιστικό, αλλά μπορεί να αποτελέσει και τη βάση για τη δουλειά μας στην αυτοδιοίκηση. Επομένως, η συζήτηση που χρειάζεται να ανοίξει στις Ο.Μ του ΣΥΡΙΖΑ είναι στο πως ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ θα συμβάλει στην οικοδόμηση ενός μετώπου αντίστασης και ανατροπής με στόχο τον τερματισμό της κοινωνικής λαίλαπας των μνημονίων.


Τέλος, αυτός είναι και ο τρόπος με τον οποίο μπορεί να υπάρξει πραγματική απεύθυνση στις υπόλοιπες δυνάμεις της Αριστεράς, οι οποίες πρέπει να βρεθούν στο επίκεντρο της αναζήτησης των συμμαχιών μας. Των δυνάμεων δηλαδή με τις οποίες παρά τις διαφορές μας, έχουμε βρεθεί στα κοινωνικά κινήματα τα τρία τελευταία χρόνια υπερασπίζοντας τις εργατικές κατακτήσεις και τα κοινωνικά δικαιώματα που λεηλατούν τα μνημόνια. Αυτό σημαίνει όχι μόνο διακηρυκτικές προθέσεις, αλλά και καλέσματα και πολιτικές πρωτοβουλίες που μπορούν να ανοίξουν το δρόμο για μία συμπαράταξη της Αριστεράς σε τοπικό επίπεδο, αφού μόνο έτσι μία προσπάθεια ανατροπής σε αυτοδιοικητικό επίπεδο μπορεί να πατήσει σε στέρεες βάσεις.  Φυσικά η κατεύθυνση των αυτοδιοικητικών συμμαχιών, στο βαθμό που θέλει να είναι πραγματικά ανατρεπτική και νικηφόρα, πρέπει να είναι ανοιχτή σε όλες τις αγωνιζόμενες δυνάμεις της κοινωνίας και άρα να περιλαμβάνει άτομα και συλλογικότητες που ίσως έλκουν την καταγωγή τους από άλλους πολιτικούς χώρους. Κάτι τέτοιο είναι θετικό, με την προϋπόθεση φυσικά ότι κατά κοινή ομολογία είναι έντιμα πρόσωπα, διατεθειμένα να στηρίξουν έμπρακτα ένα ριζοσπαστικό πρόγραμμα και να μην έχουν διαχειριστεί από θέση ευθύνης νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Διαφορετικά, και παρά τις καλές προθέσεις περί ανοίγματος στην κοινωνία, θα αντιμετωπίσουμε τον κίνδυνο να αξιοποιηθούμε ως η “κολυμπήθρα του Σιλωάμ” για πρόσωπα και πολιτικές, που ειδικά σε τοπικό επίπεδο, έχουν αρνητική καταγραφή, εκθέτοντας έτσι τις ιδέες και τη δράση της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: