Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Για την κατάσταση του κινήματος και τη συζήτηση στην Αριστερά

του Θάνου Ανδρίτσου
Για την κατάσταση του κινήματος και τη συζήτηση στην Αριστερά.
Μαγιάτικες Σκέψεις
Οι ιστορικοί Μάηδες
Δε χρειάζονται και πολλές επαναλήψεις για τα γεγονότα που γέννησαν και γεννούν οι Μάηδες. Είναι ίσως ο μήνας που έχουν κλέψει οι εξεγερμένοι από ένα ημερολόγιο που παραμένει εναντίον τους. Και είναι μερικές επέτειοι, κυρίως της πρωτομαγιάς, αλλά και....
της Κομμούνας, του 36 της Ελλάδας, του 68 του Παρισιού και τόσες άλλες, που φέρνουν τα πάντα στην πολιτική συζήτηση.
Όμως στην Ελλάδα υπάρχει και η πρόσφατη αντιφατική ιστορία των Μάηδων. Ήταν εκείνος ο Μάης πριν 3 χρόνια, λίγες μέρες μετά την έναρξη της μνημονιακής εποχής, που έφερε το πρώτο κύμα των λαϊκών αντιστάσεων, που χάθηκε στις φλόγες και τους νεκρούς της Μαρφίν και στην αδυναμία του κινήματος να συγκρατήσει τη θύελλα που ερχόταν. Μόλις τώρα βγαίνουν στο φως μαρτυρίες σαν αυτές του άνδρα της άτυχης εγκύου να καταγγέλλει την εργοδοσία ότι «τους εξανάγκασαν να ζήσουν ένα φρικτό θάνατο. Εγώ δεν θα τους κρατούσα μέσα να πεθάνουν σαν τα ποντίκια».
Και ήταν και ο επόμενος Μάης που ξεκίνησε αυτό το αναπάντεχο και αντιφατικό ραντεβού στην πλατεία Συντάγματος, που γέννησε τόσες ελπίδες, άλλαξε τόσα πολλά, όχι όμως αυτά για τα οποία στόχευε. Εκείνες τις μέρες, ένας συμπαθής αγωνιστής, χρόνια συνδικαλιστής και πρόεδρος των εμποροβιοτεχνών Μαγνησίας, ο κ. Κόγιας ξεκίνησε από το Βόλο για να φτάσει στην Αθήνα, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την θανατηφόρα πολιτική αλλά και ελπίδας για τη νίκη του αγώνα. Λίγες μέρες πριν ο ίδιος κύριος επέλεξε να θέσει τέρμα στη ζωή του.
Τον επόμενο Μάη, η προσοχή ήταν στραμμένη στις εκλογές και στην ελπίδα που γεννιόταν για χιλιάδες κόσμου από την αναπάντεχη πιθανότητα μιας επικράτησης ενός αριστερού κόμματος στις εκλογές. Φρούδα ή όχι, δικαιολογημένη ή μη, η ελπίδα αυτή δε βρισκόταν πια στο δρόμο αλλά μάλλον υποσχόταν ότι θα γύριζε σύντομα εκεί από όπου γεννήθηκε.
Γύρισε; Ένα χρόνο μετά, τον τωρινό Μάη, γύρισε η ελπίδα στους δρόμους; Για δεκάδες χιλιάδες, βρίσκεται ήδη στις γειτονιές, στις πρωτοβουλίες, τα στέκια, τις λέσχες, ακόμα και κάποιους χώρους εργασίας. Και αυτοί είναι που κινούν τα πράγματα προς τα μπρός. Ωστόσο, σίγουρα χρειάζονται πολλά και πολλοί ακόμα για να επιστρέψει η ελπίδα σαν υλική πραγματικότητα ανατροπής μιας καθημερινότητας που μετατρέπεται σε μόνιμο εφιάλτη. Και είναι η επέτειος της Πρωτομαγιάς και οι συζητήσεις γύρω από αυτήν, η καλύτερη ευκαιρία για να ανοίξει αυτή η συζήτηση. Μετά λοιπόν από αυτή την εισαγωγή θα καταθέσω κάποιες σκόρπιες σκέψεις, χωρίς να επιθυμώ ούτε να καταθέσω μια εμπειρία από το εργατικό κίνημα, ούτε κάποια βαθυστόχαστη θεωρητική ανάλυση. Θέλω να αναδείξω μια συλλογιστική για την κατάσταση που βρίσκεται το κίνημα σήμερα, κάποιες στιγμές της εξέλιξής του, καθώς και μερικές πολιτικές επισημάνσεις για το μέλλον του.
Από τις πλατείες στις εκλογές.
Πιστεύω χρειάζεται πολύ σοβαρή συζήτηση για την αποτίμηση των διαφορετικών φάσεων του κινήματος τα τελευταία χρόνια, τα πολιτικά τους συμπεράσματα και τα θετικά ή αρνητικά αποτελέσματά τους. Είναι παραπάνω από προφανές ότι σε ένα μακροχρόνιο αγώνα που αντικειμενικά συνδέεται με το ίδιο το σύστημα και την κρίση του, το ζήτημα της πολιτικής αποτίμησης των κινηματικών ξεσπασμάτων, των συμπερασμάτων που βγαίνουν και της πολιτικής προετοιμασίας είναι το πιο βασικό. Όλοι πια καταλαβαίνουν ότι δεν αρκεί η διαρκής επανάληψη μεγάλων αγώνων αλλά χρειάζεται κάθε φορά να ανεβαίνει το επίπεδο συνείδησης και οργάνωσης των εργαζομένων και της νεολαίας. Ας προχωρήσουμε όμως λίγο παραπέρα.
Υπάρχουν πολλές διαφορετικές αφηγήσεις για το «κίνημα των πλατειών», που όλες έχουν κάποιες πλευρές αλήθειας. Μια πρώτη, που ασπάζονται με διαφορετικό τρόπο αρκετά ρεύματα όπως το ΚΚΕ ή πλευρές της αυτονομίας και της αναρχίας, που συγκροτείται στο ότι οι πλατείες ήταν ένα ακίνδυνο ξέσπασμα κατά βάση μικροαστικό, χωρίς επαρκές επίπεδο οργάνωσης και πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο όχι μόνο ήταν καταδικασμένο να χάσει αλλά πήγε και πίσω το κίνημα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις σε αυτό χρεώνεται – και από τα αριστερά- η άνοδος της Χρυσής Αυγής. Παρότι κατανοώ πλευρές αυτής της σκέψης, διαφωνώ πλήρως. Μια άλλη αφήγηση, θα υποστήριζε ότι εκφράστηκε μέσα από τις πλατείες μια πρωτόλεια ανάγκη εφόδου στον ουρανό, που ήταν ωστόσο αδύναμη και ανώριμη και η ήττα της σηματοδότησε ένα κόψιμο των φτερών. Ούτε με αυτή συμφωνώ πλήρως. Είναι τεράστια η συζήτηση αυτή και δε θέλω να επικεντρωθώ σε αυτό για αυτό δε θα αιτιολογήσω περαιτέρω στα ζητήματα αυτά, ούτε θα καταθέσω μια ολοκληρωμένη άποψη για τη φυσιογνωμία αυτού του ιδιαίτερου κινηματικού γεγονότος με τα τόσο διαφορετικά υποκείμενα που το έκαναν.
Τείνω όμως στο να πιστέψω ότι η έκβαση ενός κύκλου του κινήματος που περιλάμβανε τις πλατείες, την πιθανώς ανώτερα συγκρουσιακή 12η Φλεβάρη και άλλες απεργιακές μάχες καθορίστηκε από μια ήττα και απογοήτευση όχι όμως για μια τεράστια μάχη που δόθηκε και χάθηκε αλλά για μάχη που για τον περισσότερο κόσμο δεν μπόρεσε καν να κατανοηθεί πως έπρεπε να δοθεί. Η αποτίμηση της – εξαιρετικά σημαντικής κατά την άποψή μου- συνέλευσης της πλατείας Συντάγματος για την ήττα στη μάχη του μεσοπρόθεσμου, η οποία προσπαθούσε αμήχανα να βρει πρακτικούς λόγους – όπως ότι δεν μπόρεσε να κλείσει ο δρόμος την τάδε ώρα ή ότι μπήκαν κάποιοι βουλευτές από την Αίγλη κ.α.- είναι ενδεικτική αυτών των ορίων. Στην ουσία ένα πολύ μεγάλο λαϊκό κομμάτι που πρωταγωνίστησε στην πάλη, δόθηκε ολοσχερώς σε έναν αγώνα, χωρίς ωστόσο αυτή η ολόπλευρη πρόσδεση να συνδυαστεί με μια ευρύτερη αντίληψη για τη δυνατότητα του εργατικού και λαϊκού κινήματος να ορίζει την ιστορική εξέλιξη. «Εγώ θα δώσω και τη ζωή μου για έναν αγώνα, χωρίς να κατανοώ αν ο αγώνας μπορεί να αλλάξει τη ζωή μου». Αυτό δεν είναι προφανώς κάτι περίεργο, καθώς έτσι μάλλον συνέβαινε πάντοτε όταν ευρύτερες λαϊκές μάζες προσέγγιζαν την ταξική πάλη και άρχιζαν να κάνουν άλματα στη συνείδησή τους.
Αυτό όμως που προκύπτει είναι ότι σε όλες αυτές τις καμπές του κινήματος πριν τις εκλογές, παρά τις πολύ διαφορετικές πολιτικές λογικές και τις άπειρες διαφορές και αντιφάσεις, παρά τις περισσότερο ή λιγότερο συγκρουσιακές εκφάνσεις, δεν μπόρεσε να ηγεμονεύσει μια εργατική πολιτική. Και με αυτό δεν εννοώ το προφανές, ότι δεν ήταν επαναστατικό κίνημα ή ότι δεν ήταν όλοι συνειδητοί αντικαπιταλιστές. Εννοώ ότι δεν έγινε πλατιά συνείδηση ότι το εργατικό κίνημα μπορεί και πρέπει να χαράσσει το ίδιο πολιτική, να ανατρέπει τους συσχετισμούς και ότι οι μορφές οργάνωσης του κινήματος είναι μορφές συγκρότησης, συνειδητοποίησης και εν δυνάμει αυτοδιεύθυνσης της τάξης σε μια πάλη που μπορεί να είναι μακροχρόνια ενάντια στην αστική τάξη. Μπορεί κάποιος να πει ότι δε λέω και τίποτα καινούριο, άλλωστε το παραπάνω δεν είναι δεδομένο για έναν αγωνιζόμενο αλλά στόχος για τα πιο συνειδητά αντικαπιταλιστικά κομμάτια. Και όμως αν κάποιος μελετήσει τον τρόπο συγκρότησης του εργατικού κινήματος σε παλαιότερες εποχές, θα δει ότι ήταν πολύ πιο καθαρό από ότι τώρα. Δεν αναφέρομαι μόνο σε επαναστατικές ή προεπαναστατικές περιόδους, αλλά όλη η ιστορία του εργατικού κινήματος μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες το είχε αυτό σαν περίπου δεδομένο, ανεξάρτητα με το πόσο περισσότερο ή λιγότερο επαναστατική πολιτική ακολουθούταν ή από το αν προωθούταν μια γραμμή ταξικής σύγκρουσης ή ταξικής συνεργασίας. Θα επανέλθω σε αυτό στη συνέχεια.
Το κυρίαρχο που μένει από τα παραπάνω είναι ότι το κίνημα πριν τις εκλογές δεν ξεπέρασε, δεν μπορούσε να ξεπεράσει τις βαθιά ρεφορμιστικές παρακαταθήκες που κουβαλούσε η σκουριά των προηγούμενων δεκαετιών. Αυτό δεν καθοριζόταν κυρίως από το α ή το β αίτημα, από την τοποθέτηση σε μια στιγμή ή από τις θέσεις των πολιτικών ρευμάτων, αλλά από την συνολική αδυναμία κατανόησης του ιστορικού ρόλου του κινήματος σε σχέση με το κράτος, την αστική τάξη κ.α. Είχε υπάρξει μια ανώτερη πολιτικοποίηση σε σχέση με την πρώτη καμπή του Μάη του 2010, είχε καταδικαστεί βαθύτερα στη συνείδηση το ΠΑΣΟΚ και ο πασοκισμός, αλλά απείχε πολύ από το να γίνει κατανοητή η βαρύτητα και ο ανεξάρτητος ιστορικός ρόλος του εργατικού κινήματος και της οργάνωσης του. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, επανήλθε ενδυναμωμένο το βασικό στοιχείο που κάνει διαχειριστική τη διαχειριστική αριστερά, δηλαδή ή έλλειψη χάραξης εργατικής πολιτικής. Εργατική πολιτική δεν ούτε ο κινηματισμός και η υποτίμηση της πολιτικής προς την κινηματική δράση ούτε ο διαχωρισμός πολιτικής και κινήματος και η αδιαφορία για την οργάνωση της τάξης προς χάριν των προγραμμάτων και των σχεδίων. Είναι αυτός ο συνδυασμός της πολιτικής μέσα και μαζί με το κίνημα, μέσα και μαζί με την κοινωνία, η προώθηση της δυνατότητας του κινήματος και της τάξης να παράγει πολιτική.
Το ΚΚΕ που βρισκόταν ήδη εντός αυτής της στροφής που ολοκληρώνεται σήμερα, παρά τις σημαντικές δυνάμεις του στο εργατικό κίνημα, επέλεξε όχι απλά τον απομονωτισμό και το σεχταρισμό για τον οποίο συνήθως καταγγέλλεται αλλά την άρνηση της εργατικής πολιτικής, την υποτίμηση στη δυνατότητα του κινήματος να αμυνθεί και να κερδίσει, τον ουσιαστικό ρεφορμισμό στην πράξη παρά την επίθεση στο ρεφορμισμό στη θεωρία. Ο ΣΥΡΙΖΑ πρωτού φτάσει να διεκδικεί την κυβέρνηση, πρωτού ξεκινήσει η συζήτηση για την αναστολή των μνημονίων και τη συνάντηση με τον Ομπάμα, είχε συμμετάσχει και σε πολλές περιπτώσεις επηρεάσει έντονα αυτές τις κινηματικές εξάρσεις. Πολλές φορές ξεχνιέται ότι μέλη και στελέχη του ίδιου του ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ και ειδικά της νεολαίας του, έπαιζαν καθοριστικότατο ρόλο ειδικά στη συνέλευση της πλατείας Συντάγματος, στην κάτω πλατεία. Δεν είναι σωστό να υπολογίζουμε στις αφηγήσεις μας ότι η κεντρική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει μόνο στις δηλώσεις των βουλευτών. Αντιθέτως, η ίδια γραμμή έδωσε σημαντικές μάχες και στο δρόμο. Κατά τη γνώμη μου, η βασική διαχειριστική της ουσία είναι ακριβώς η άρνηση του επαναστατικού δρόμου μέσα από την ανεξάρτητη δράση της τάξης και των οργάνων της. Το μπόλιασμα στη συνείδηση των αγωνιζόμενων ότι το κίνημα μπορεί και καλό είναι να γίνεται, μπορεί να κάνει απεργίες ή να κάνει κινήσεις αλληλεγγύης, αλλά ο στόχος του πάντοτε είναι να είναι στην καλύτερη περίπτωση τροφοδότης, χορηγός ή συνοδοιπόρος μιας αριστερής κυβέρνησης, μιας λύσης που μόνο και πάντοτε θα δοθεί από τις εκλογές και την κυβερνητική εναλλαγή. Στη χειρότερη περίπτωση το κίνημα θα υποτάσσεται στην κυβερνητική λύση. Το ζήτημα του διαχωρισμού της κυβέρνησης με την εξουσία όπως και το θέμα της ταξικής φύσης του αστικού κράτους είτε ξεχνιούνται, είτε υπάρχουν σαν θεωρίες που καμία σχέση δεν έχουν με την πράξη. Αυτή η προσέγγιση, που νομίζω ότι συνέχει και κομμάτια των αριστερών διαφοροποιήσεων εντός του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν εμφανής και κατά τη γνώμη μου πιο σημαντική από την στάση στο ά ή το β ζήτημα, χωρίς βεβαίως να υποτιμώ καθόλου τις πολιτικές τοποθετήσεις και αντιπαραθέσεις που έγιναν και στις οποίες συμμετείχα και συμμετέχω.
Η αντίληψη αυτή δεν εκφράζει κάποιους τρελούς γραφειοκράτες, ούτε απαντάται μόνο σε συγκεκριμένες τοποθετήσεις ή αποφάσεις. Αποτελεί πρώτα και κύρια την πρωτόλεια αίσθηση και ενδόμυχη επιθυμία πλατιών λαϊκών μαζών και προέρχεται από χρόνια ανυπαρξία επαναστατικής εργατικής πολιτικής, συνδιαλλαγής και ήττας. Είναι ο αυθόρμητος ρεφορμισμός που συχνά συγκρούεται μέσα στο ίδιο άτομο με τις αυθόρμητες τάσεις επαναστατικής εφόδου. Προφανώς είναι επίσης και μια από τις πιο βασικές αφετηρίες του ρεφορμισμού ήδη από την εποχή του Μαρξ και του Ένγκελς και της «Κριτικής του Προγράμματος της Γκότα». Αυτός είναι ο συνειδητός ρεφορμισμός. Απέναντι σε αυτόν μπορεί να απαντήσει μόνο η συνειδητή και με σχέδιο εργατική- επαναστατική πολιτική γιατί η μάχη αυθόρμητου ρεφορμισμού και επανάστασης δε θα έχει τον επιθυμητό νικητή όσο παραμένει αυθόρμητη και επιδρά σε αυτή ο συνειδητός ρεφορμισμός.
Σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το σημαντικότερο έλλειμμα των δυνάμεων της επαναστατικής αριστεράς και ειδικότερα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η αδυναμία και θεωρητικά αλλά κυρίως πρακτικά, μέσα στο κίνημα, να χαράξει μια πολιτική που να ανεβάσει το επίπεδο του κινήματος, να εντάξει όλες τις μορφές που γεννιούνταν από τον ίδιο τον κόσμο του αγώνα σε ένα σχέδιο συνολικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος, σε προπλάσματα εν δυνάμει δυαδικής εξουσίας. Σήμερα, όλο και περισσότερο ακούγονται τέτοιες απόψεις, ωστόσο σήμερα είναι κάπως ευκολότερο. Η αμηχανία που υπήρχε σε πολλούς πρωτοπόρους αγωνιστές που πρωτοστατούσαν στις μάχες σε περιπτώσεις όπως ήταν η συνέλευση στην πλατεία Συντάγματος ή και πρωτοβουλίες στις γειτονιές, ήταν πιστεύω εμφανής, ή τουλάχιστον εγώ την αισθανόμουν. Πώς μπορούσε να διατυπωθεί μια μαζική και λαϊκά κατανοητή γραμμή μεταξύ της συζήτησης για την επόμενη μέρα, τα κινηματικά ραντεβού, τις επιτροπές, το καθάρισμα της πλατείας κ.α. από τη μια και των προτάσεων που έμοιαζαν να πέφτουν σαν ούφο για μετατροπή της συνέλευσης σε Κομμούνα; Πώς ταιριάζει η θεωρητική σκέψη ότι μια συνέλευση σε μια περιοχή μπορεί να παίξει το ρόλο των νέων Σοβιέτ ή κάτι τέτοιο, όταν η πραγματικότητα όταν πηγαίνεις σε μια τέτοια όλο και περισσότερο σου προκαλεί απογοήτευση; Τα ερωτήματα αυτά θα μας καθορίζουν για χρόνια και η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπόρεσε να τα απαντήσει. Και είναι μερικές στιγμές στην ιστορία που σπάνια θα της έχεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα, πολύ πιο εύκολη η κριτική πάνω στα ζητήματα του περιεχόμενου, του ευρώ και της Ε.Ε. κ.α., της οποίας καθόλου δε μειώνω τη σημασία, ωστόσο πιστεύω ότι είναι συχνά ανεπαρκής.
Αν είχε συμβεί κάτι διαφορετικό σε εκείνες τις μάχες τίποτα δε θα ήταν το ίδιο σήμερα. Ωστόσο αυτό λίγη σημασία έχει να το σκεφτόμαστε εκ των υστέρων. Είναι όμως σημαντικό να κατανοούμε πού βρίσκεται το βασικό πρόβλημα, ώστε κάθε αγωνιστής και πολιτική δύναμη να κάνουν την κατάλληλη αυτοκριτική τους και κυρίως για να χαράξουν πολιτική αντίστοιχη, κάτι στο οποίο επίσης θα επανέλθω στη συνέχεια. Το κεντρικό στοιχείο που πρέπει να κρατηθεί όμως είναι ότι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η κυβερνητική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ μετά την προκήρυξη των εκλογών του Μάη του 12, ήταν σχεδόν πολύ λογικό να στηριχθεί, περισσότερο ή λιγότερο ενεργητικά, από μεγάλο μέρος του αγωνιζόμενου κόσμου. Σαφώς μέσα σε αυτούς υπάρχουν πολύ διαφορετικοί τύποι ψηφοφόρων, ωστόσο πιστεύω ότι για ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι που είχε προσεγγίσει την αγωνιστική ριζοσπαστικοποίηση, η επιλογή αυτή ήταν μια θετική απόφαση, μπορεί και να θεωρούταν κάποιας μορφής εξέλιξη την οποία δικαιούταν μετά από τις μάχες που είχε δώσει. Δεν ήταν οπισθοχώρηση από κάτι μεγαλύτερο αλλά το όριο προς τα πάνω σε μια δεδομένη στιγμή. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εξέφρασε και υπερασπίστηκε τη ριζοσπαστικότητα των κινημάτων. Στην πραγματικότητα, εξέφρασε ένα κομμάτι της, αφήνοντας απέξω τις πιο αιχμηρές πλευρές του και διαμορφώνοντας μια διάθλασή τους προσαρμοσμένη στη «ρεαλιστική» κυβερνητική πρόταση
Παρόλα αυτά, η πραγματικότητα είναι ότι από εκείνο το σημείο και μετά, κάπου στο Μάρτη του 2012 ηγεμόνευσε σε πλατιά αγωνιστικά κομμάτια η λογική του αναγκαστικού και μοναδικού κοινοβουλευτικού δρόμου. Σε ορισμένους, με τη λογική του «τι άλλο μένει να συμβεί», κατά τη γνώμη μου όχι στους περισσότερους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως δεν είναι αυτό. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι από τότε και μετά αποσυνδέθηκε η συζήτηση στην αριστερά με το μαζικό κίνημα, διαχωρίστηκε η καθημερινή πάλη με το ζήτημα της συνολικής αλλαγής. Αυτό ήταν το δεύτερο και βασικότερο χτύπημα στην εργατική πολιτική, η δεύτερη πραγματική ηγεμονία του ρεφορμισμού και του παραδοσιακού κομμουνιστικού κινήματος που πάντοτε αποσυνέδεε τον οικονομικό με τον πολιτικό αγώνα.
Ένας χρόνος μετά τις εκλογές
Μέσα στο κλίμα που περιγράφηκε παραπάνω έγιναν οι εκλογές, που σημαδεύτηκαν από τα μεγάλα ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ και την ηγεμονία του εντός της αριστεράς (πράγμα τεράστιας σημασία σε σχέση με την ιστορική πρωτοκαθεδρία του ΚΚΕ), αλλά και από την τελική εκλογική επικράτηση του μνημονιακού μπλοκ και μάλιστα με την ακροδεξιά, αυταρχική μορφή της σύγχρονης Νέας Δημοκρατίας σε αντίθεση με το ξοφλημένο ΠΑΣΟΚ που ευθύνεται για τη διάλυση της χώρας.
Είναι τεράστια η συζήτηση που άνοιξε σε όλη αυτή τη μεγάλη εκλογική περίοδο, όπως και από τότε μέχρι σήμερα. Δε θέλω να πιάσω όλα αυτά τα πολύ σοβαρά θέματα. Το βασικό μου όμως επιχείρημα είναι ότι η συζήτηση στην Αριστερά έχει μείνει ένα χρόνο πριν τη στιγμή που πάρα πολλά πράγματα έχουν αλλάξει.
Προφανώς όλοι κατανοούν, ότι τα θέματα της εξουσίας και της κυβέρνησης, των μετώπων κ.α. είναι από τα πιο καθοριστικά ζητήματα για την τακτική και τη στρατηγική κάθε ρεύματος. Στο κείμενο αυτό, είναι αλήθεια ότι ξεπερνιούνται κάπως εύκολα για να συνεχιστεί μια συλλογιστική. Το βασικό μου πρόβλημα είναι ότι εδώ και πάνω από ένα χρόνο, μεγάλο μέρος της συζήτησης στην Αριστερά έχει μείνει αγκυροβολημένο, ενώ πολλά πράγματα όχι απλά έχουν μεταβληθεί αλλά έχουν βγάλει και κάποια συμπεράσματα.
Πρώτον, έχουμε μια κυβέρνηση που συμπληρώνει σε λίγο τον πρώτο χρόνο της θητείας της χωρίς μέχρι στιγμής να έχει αντιμετωπίσει μια αντίσταση των κάτω αντίστοιχη με των προηγούμενων ετών, παρότι η κοινωνική άβυσσος έχει κατά πολύ βαθύνει. Έχουμε μια συνολική πολιτική, ιδεολογική, σωματική καθημερινή επίθεση στο σύνολο του κόσμου της εργασίας, με απίστευτη σκληρότητα στους μετανάστες και ειδική πλευρά το χτύπημα στις δυνάμεις του κινήματος, της Αναρχίας, της Αριστεράς και σε ότι υπάρχει από τον μαχόμενο συνδικαλισμό. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν σημαντικοί αγώνες, αλλά από την άποψη της λαϊκής κινητοποίησης, είναι η πιο σταθερή κυβέρνηση των τελευταίων ετών. Σαφώς υπάρχουν τριγμοί, σαφώς τα πράγματα μπορεί να αλλάξουν άρδην σε μια μέρα. Ωστόσο, η εύκολη εκτίμηση ότι στο έδαφος των αντιφάσεων τους και των οικονομικών αδιεξόδων στην Ε.Ε. και την ευρωζώνη αλλά και υπό το βάρος των λαϊκών αγώνων που θα ξεσπάσουν από την αντιλαϊκή πολιτική, η κυβέρνηση αυτή θα έχει μια διαρκώς αμφίρροπη και σύντομη θητεία, φαίνεται ότι μπορεί –δυστυχώς- να μην επαληθευτεί. Και σίγουρο είναι ότι δε θα επαληθευτεί αν δεν ενισχυθούν οι αντιστάσεις. Στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα το κίνημα, η κυβέρνηση πάει για μια γεμάτη θητεία. Είναι αλήθεια ότι ο χρόνος της Αριστεράς είναι συχνά διαφορετικός από τον πραγματικό, γιατί πρέπει να σχεδιάσει μακροπρόθεσμα. Ωστόσο, πρέπει να καταλαβαίνει τι σημαίνει αυτός ο πραγματικός χρόνος στην κοινωνία που απευθύνεται. Και δεν είναι μόνο ότι κάθε μέρα, κάθε μήνα, κάθε χρόνο χάνονται και καταστρέφονται ανθρώπινες ζωές αλλά και ότι η κατάσταση στο κίνημα και στο λαό δε μένει ποτέ στάσιμη. Και έχει πολλάκις αποδειχτεί ότι η κοινωνική επιδείνωση δεν τροφοδοτεί αναγκαστικά τη ριζοσπαστική αναζήτηση, ειδικά μάλιστα όταν φτάνει στο επίπεδο του κοινωνικού ολοκαυτώματος μπορεί να γεννήσει και να ενισχύσει τα πιο σκοτεινά σενάρια κοινωνικού ολέθρου. Ειδικά όταν η οικονομική εξαθλίωση συνδέεται με την επίθεση σε κάθε δημοκρατική κατάκτηση και δυνατότητα συλλογικής πάλης, τότε γίνεται και πιο δύσκολη η έκφραση της οργής μέσα από το συλλογικό αγώνα και ενισχύεται η απελπισία και ο σκοταδισμός.
Δεύτερον, έχουμε την διαρκώς αμφισβητήσιμη προσπάθεια του αστικού μπλοκ να παρουσιάσει μια εικόνα σταθεροποίησης της οικονομίας. Το ότι για τους περισσότερους ανθρώπους του κινήματος, ειδικά για τα οργανωμένα μέλη συλλογικοτήτων, είναι ξεκάθαρο ότι αυτή η εικόνα είναι ψευδής, ότι η κρίση παγκόσμια και στην Ευρωζώνη παραμένει και βαθαίνει ενώ στην Ελλάδα οδηγούμαστε στην καταστροφή, δε σημαίνει ότι η ρητορεία αυτή δεν έχει αγγίξει κομμάτια των λαϊκών στρωμάτων. Αν θέλουμε να είμαστε ακριβείς, πολλές φορές στις οικονομικές εκτιμήσεις των προηγούμενων ετών, υποτιμούταν η δυνατότητα της πολιτικής να επηρεάσει ανάλογα με τις στοχεύσεις της. Όταν αναφερόταν η κάθε φορά επικείμενη χρεωκοπία, στο μυαλό των περισσοτέρων δεν ερχόταν μια κατάσταση σαν τη σημερινή, αλλά ένα τοπίο συνολικής συντριβής, που θα χάνονταν τα χρήματα, δε θα πληρωνόταν κανένας κτλ. Αυτό δε συνέβη. Το ότι με τα μέτρα που υλοποιούνται και με τα νέα που έρχονται, με την καταλήστευση των ταμείων και το ξεπούλημα του δημοσίου πλούτου, τη διάλυση των δημόσιων υπηρεσιών κ.α. υπάρχει μια ουσιαστική χρεωκοπία της ελληνικής οικονομίας δεν αναιρεί το ότι για τους περισσότερους δεν εκλαμβάνεται ως τέτοια. Ο τελευταίος χρόνος πέρασε με πολύ λιγότερο έντονη την αίσθηση των κρίσιμων στιγμών, των επερχόμενων Αποκαλύψεων είτε της καταστροφής είτε της ελπίδας. Αυτό που γίνεται σχεδόν τραγική συνήθεια είναι οι καθημερινές καταστροφές που όμως βιώνονται ατομικά. Πρόκειται για μια κοινωνία που οδηγείται κάθε μέρα προς την εξαθλίωση αλλά χωρίς πια να υπάρχει στον ορίζοντα μια καθοριστική μέρα της κρίσης. Δεν θέλω με αυτό να πω, ότι έχει έρθει σταθερότητα στο σύστημα και ότι δεν έρχονται κατακλυσμοί. Αλλά ότι έχει μεταβληθεί ο τρόπος που βιώνει ή συνηθίζει η κοινωνία μια ατελείωτη πορεία προς την καταστροφή. Το αν αυτή η πορεία θα διαρκέσει ένα μήνα ή 10 χρόνια, έχει τεράστια σημασία. Και μέχρι τώρα, το κίνημα περισσότερο υπολόγιζε και προετοιμαζόταν για το πρώτο παρά για το δεύτερο.
Οι εξελίξεις αυτές δεν συμπληρώνουν μόνες τους το κάδρο και σίγουρα χρειάζεται να προστεθούν και τα σημαντικά βήματα που έχουν γίνει σε διαφορετικά επίπεδα του κινήματος και της λαϊκής αυτοοργάνωσης. Σε αυτά θα επανέλθω. Όμως οφείλουμε να δούμε, αν οι παραπάνω μεταβολές, οδηγούν σε κάποια συμπεράσματα και για τις δυνάμεις της Αριστεράς. Διότι, ενώ έχει μια αυτοτελή σημασία η θεωρητική αντιπαράθεση για ζητήματα τακτικής και στρατηγικής, τα πολιτικά ρεύματα και κόμματα οφείλουν να κρίνονται και από το πώς συνδέεται η θεωρητική τοποθέτησή τους με την παρέμβασή τους στο κίνημα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ έλεγε ότι αν βγει κυβέρνηση θα ξεκινήσει ένα έργο που θα το κάνει μαζί με το λαϊκό κίνημα. Και όταν δε βγήκε έλεγε ότι θα παλέψει μαζί με το ενισχυμένο λαϊκό κίνημα για την ανατροπή των μέτρων και της κυβέρνησης, για την επιβίωση του λαού και σε μια σύντομη νέα εκλογική μάχη θα έρθει στην εξουσία. Ένα χρόνο μετά, τι ακριβώς έκανε; Ποια ήταν η πιο αναβαθμισμένη παρουσία του στο κίνημα που θα δικαιολογούσε το τεράστιο εκλογικό του ποσοστό; Πώς επέδρασε ώστε να έρθει αυτή η πολιτική κρίση που θα έφερνε την πτώση της κυβέρνησης και τις νέες εκλογές στις οποίες θα επικρατούσε; Δε λέω ότι δε συμμετέχουν μέλη του ΣΥΡΙΖΑ σε διάφορες μάχες ή πρωτοβουλίες στις γειτονιές κ.α. Ωστόσο, καθόλου δε φαίνεται η υποτιθέμενη άνοδος του κινήματος και της οργάνωσης του λαού που θα συνόδευε την μελλούμενη αριστερή κυβέρνηση. Μάλιστα, πολύ συχνά ανακυκλώνεται μια φρασεολογία του τύπου «είδατε που ψηφίσατε ΝΔ» ή «δε θέλατε το ΣΥΡΙΖΑ», όταν ψηφίζονται διάφορα μέτρα. Από πού προκύπτει ότι η Αριστερά κρίνεται κυρίως από το τι κάνει ή τι θα κάνει ως κυβέρνηση και όχι από το τι θα έπρεπε να κάνει ως αντιπολίτευση και δει ως αντιπολίτευση με 27%; Πρόκειται για πλήρη αντιστροφή της εργατικής και συνολικά αριστερής πολιτικής. Γιατί ένα από τα δεδομένα για όσους μιλούν στο όνομα της εργατικής τάξης ή έστω γενικά στο όνομα των αποκάτω, είναι ότι ζουν σε ένα σύστημα στο οποίο είναι εκ των πραγμάτων αντιπολίτευση. Ότι άποψη και να έχει ο καθένας για τις κυβερνήσεις, το σίγουρο είναι ότι στους δύο αιώνες του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος παγκόσμια, ήταν πολύ λίγες οι φορές που η Αριστερά βρισκόταν – με οποιονδήποτε τρόπο και με αμφισβητήσιμα αποτελέσματα- στην εξουσία και ακόμα λιγότερες χωρίς να έχει προηγηθεί επανάσταση. Άρα πρώτα και κύρια και πάνω από όλα, η Αριστερά θα έπρεπε να πρωτοστατεί ώστε να ανατραπεί η επίθεση του κεφαλαίου και η ακροδεξιά, υπεραντιδραστική τρικομματική κυβέρνηση. Τώρα, όχι όταν και αν και εφόσον βγει κυβέρνηση. Τι έχει να επιδείξει σε αυτό το έργο ο ΣΥΡΙΖΑ που να αναλογεί στην εκτίναξή του; Το ότι έχει συμβάλλει στα δίκτυα αλληλεγγύης και σε κάποιους χώρους εργασίας; Χωρίς να κρίνω τώρα την πολιτική λογική τους, ούτε να μειώσω τη σημασία τους, είναι παραπάνω από εμφανές ότι η συμβολή του στο κίνημα συνολικά είναι εξαιρετικά πιο αδύναμη από το ρόλο που έχει στην κεντρική πολιτική σκηνή, ενώ σε συγκεκριμένους χώρους η δυναμική του μειώνεται (π.χ. πανεπιστήμια).
Το ακόμα χειρότερο είναι ότι έχει καθιερωθεί ένας βαθιά ρεφορμιστικός διαχωρισμός όπου το κίνημα (με όλες τις μορφές του) είναι υποχρεωμένο να ασχολείται μόνο με τα προβλήματα της επιβίωσης (με συλλογικό ανατρεπτικό τρόπο στην καλύτερη αλλά και με αστικο- φιλανθρωπικό ή κοινωνικά επιχειρηματικό τρόπο στη χειρότερη) και τα στελέχη του κόμματος (και ακόμα χειρότερα διάφοροι μηχανισμοί και συναντήσεις) συζητούν για την πολιτική. Κι έτσι, η «πολιτική λύση» δεν είναι τίποτα άλλο από την εκλογική νίκη και το σχεδιασμό με μοναδικό κριτήριο αυτήν. Δεν έχουμε επομένως μόνο τη μια ή την άλλη δεξιά μετατόπιση αλλά μια ουσιαστική ευθύνη για την κάμψη του κινήματος καθώς όχι μόνο σε πλατιές λαϊκές μάζες, αλλά και σε αριστερούς αγωνιστές έχει ηγεμονεύσει μια στάση εκλογικής αναμονής και προετοιμασίας, τη στιγμή μάλιστα που χωρίς την ενίσχυση του κινήματος ακόμα και αυτή η εκλογική νίκη θα απομακρύνεται όλο και περισσότερο.
Ένα κομμάτι αριστερής κριτικής εντός του ΣΥΡΙΖΑ παρουσίαζε πριν και μετά τις εκλογές μια διαφορετική αφήγηση. Η ενίσχυση του ΣΥΡΙΖΑ και ακόμα περισσότερο η εκλογική του νίκη θα έδινε μια τεράστια δυνατότητα στις κομμουνιστικές δυνάμεις που εντός της συμμαχίας θα μιλούσαν σε πλατιά ακροατήρια και θα τα μετατόπιζαν σε αριστερότερες θέσεις, ενώ θα έριχναν το βάρος τους στην οργάνωση της τάξης ώστε την κρίσιμη στιγμή να ανοίξει ο δρόμος για ριζοσπαστικότερες τομές. Η λογική αυτή παραμένει κυρίαρχη σε αρκετούς αγωνιστές και σε κάποιες κομμουνιστή αναφορά συνιστώσες. Ένα χρόνο μετά πως αποτιμούν το έργο τους; Πάλι και αυτοί, θα κριθούν μόνο και αν γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ; Ένα χρόνο τώρα, έχουν δει τρομερή ενίσχυση οι επαναστάτες; Έχουν μετατοπιστεί η ρεφορμιστικές συνειδήσεις ή οι πρωτόλειες διαθέσεις των πρώην Πασόκων που προσέγγισαν τον ΣΥΡΙΖΑ; Έχουν να επιδείξουν τρομερά βήματα στην οργάνωση της τάξης; Μπορεί κάποιος να αντιπροτείνει το α ή το β γεγονός ή πρωτοβουλία αλλά όλοι κατανοούμε ότι η απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα είναι αναμφίβολα όχι. Και καμία φορά αναπαράγονται εύκολα θεωρητικά σχήματα που δεν υλοποιούνται. Όπως ότι για παράδειγμα θα υπάρχει μια μετριοπαθής αριστερή ηγεσία αλλά οι επαναστάτες θα πείθουν τη βάση και θα έχουν μεγάλη επιρροή στις λαϊκές μάζες. Έχει συμβεί πραγματικά κάτι τέτοιο μέσα στον τελευταίο χρόνο ή είναι μια ωραία εικόνα που σχηματίζεται στο μυαλό και τα πολιτικά κείμενα και έρχεται από ορισμένες ερμηνείες ιστορικών γεγονότων; Δεν πρέπει αυτή η αφήγηση να κριθεί από τις συγκεκριμένες εξελίξεις πέρα από τα θεωρητικά σχήματα; Γιατί υπάρχουν κάποιες εμφανείς αναντιστοιχίες και θεωρητικά άλματα. Για παράδειγμα, φαίνεται σαν κάτι σχεδόν εύκολο το ζήτημα της οργάνωσης του λαού και της ενίσχυσης της ταξικής συνείδησης και της επιρροής των επαναστατών στα πλαίσια μια μεγάλης Αριστεράς και ειδικά μιας Αριστερής Κυβέρνησης. Έχουν τέτοια σχέση οι δυνάμεις αυτές με μαζικές (μειοψηφικές αλλά μαζικές) εργατικές πρωτοπορίες που θα μετασχηματιστούν σε μεγάλα εργατικά ρεύματα έτσι εύκολα; Και γιατί δεν έχουν καταφέρει κάτι που να μοιάζει έστω σε αυτό; Δυστυχώς, η αίσθηση μου είναι ότι παρότι υπάρχουν χιλιάδες αγωνιστές που προσπαθούν σε διάφορα πράγματα, το μεγαλύτερο κομμάτι της προσπάθειας και του χρόνου και για αυτούς έχει δοθεί σε ατέρμονες συζητήσεις, πλατφόρμες, επιτροπές κ.α. με βασικό στόχο την αριστερή κριτική στην κεντρική γραμμή της ηγεσίας, χωρίς μάλιστα να υπάρχουν και σοβαρές νίκες έστω και σε αυτό. Είναι μια συζήτηση δηλαδή που αναπαράγει αυτό το πρόβλημα που ανέφερα στην αρχή ωστόσο ετεροκαθοριζόμενη από τη γραμμή της ηγεσίας. Και έχω την αίσθηση ότι αυτή η προσπάθεια αριστερής μετατόπισης μπορεί να διαρκέσει δεκαετίες, όπως αποδεικνύουν πολλοί που αποτελούσαν τις αριστερές αντιπολιτεύσεις σε διάφορα κόμματα στην Ευρώπη και αλλού. Και μην υποτιμούμε τη δύναμη που ασκεί αντικειμενικά η δυνατότητα οικονομικής και επαγγελματικής επιβίωσης μέσα από τέτοιες επιτροπές, θέσεις κτλ.
Αυτό που θέλω να υποστηρίξω είναι ότι και για τις δύο αφηγήσεις (που ενοποιούν απλοϊκά πολύ διαφορετικά ρεύματα), ο χρόνος που πέρασε θα έπρεπε να είχε δικαιώσει κάποιες από τις υποθέσεις και τις προτάσεις τους. Σίγουρα όχι συνολικά, καθώς δε βγήκε κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ, ωστόσο πολύ περισσότερο από ότι δικαιώνονται μέχρι σήμερα. Πιστεύω μάλιστα ότι δεν είναι καθόλου δεδομένο ότι όπως είναι η σημερινή κατάσταση θα φτάσει η στιγμή που θα επικρατήσει εκλογικά ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση, δεν ξέρω γιατί όλα όσα υποστηρίζουν ότι θα συμβούν μετά τη συγκρότηση της Αριστερής Κυβέρνησης (που βέβαια πια υπάρχει σαν φράση μόνο σε μειοψηφικές φωνές, γιατί κατά τα άλλα η γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ μιλάει για κυβέρνηση εθνικής σωτηρίας κ.α.) θα συμβούν πράγματι, εφόσον κάτι τέτοιο δεν έχει επαληθευτεί ούτε στο ελάχιστο.
Το ΚΚΕ πριν και μετά τις εκλογές, κατηγορούσε το ΣΥΡΙΖΑ και τις υπόλοιπες αριστερές δυνάμεις για ρεφορμισμό, κυβερνητισμό κτλ και έλεγε ότι το ζήτημα είναι η οργάνωση της τάξης, η συνειδητοποίηση του λαού, η μάχη από τα σωματεία κ.α. Ένα χρόνο μετά, τι έχει κάνει σε αυτή την κατεύθυνση; Σε τι έχει συμβάλλει περισσότερο από ότι ένα χρόνο πριν; Αν συγκρίνει κανείς τις μάχες που συμμετείχε ή έδωσε το ΚΚΕ και την προσφορά του – με τον τρόπου που το ίδιο θέλει- σε σωματεία, επιτροπές κ.α. τα προηγούμενα χρόνια με τους τελευταίους μήνες θα δει ότι η προσοχή, η συμβολή και η επιτυχία του είναι τώρα πολύ μικρότερη. Επομένως, ο κυβερνητισμός έχει επηρεάσει εξίσου το ΚΚΕ αλλά από την ανάποδη, καθώς κατά βάσει αναλώνεται στο να καταδικάζει τον ΣΥΡΙΖΑ και άλλους, χωρίς να σημειώνει κάποιο αξιοζήλευτο αποτέλεσμα στην οργάνωση του λαού. Την ίδια στιγμή που διακηρυκτικά κάνει μια αριστερή στροφή – για την οποία έχω και σοβαρές θεωρητικές ενστάσεις- μέσα στο κίνημα συνεχίζει ή και δυναμώνει μια γραμμή ηττοπάθειας και άρνησης της σύγκρουσης, με χαρακτηριστική την πρόσφατη στάση μπροστά στην απεργία των καθηγητών. Το προφίλ του αδάμαστου κομμουνιστή που αντέχει στα χτυπήματα των καιρών και – σε αντίθεση με τους οπορτουνιστές δίνει σκληρές καθημερινές μάχες ενάντια στον ταξικό εχθρό- ακόμα και αν αναδεικνύει μια θαρραλέα πολιτική στράτευση, δεν είναι παρά μια φανταστική εικόνα αυτοαναφοράς.
ΑΝΤΑΡΣΥΑ
Με δεδομένη αυτή την πραγματικότητα, είναι ερώτημα αν η στάση των υπόλοιπων κομματιών της Αριστεράς και ο αντιεξουσιαστικός χώρος θα μπορούσαν να σημάνουν ριζικές αλλαγές. Ωστόσο, όσο και αν είναι βολικό και έχει πλευρές αλήθειας, δεν μπορεί να λειτουργεί ως δικαιολογία το μικρό μέγεθος του για κάποιον που θέλει να αλλάξει τον κόσμο. Είναι προφανές ότι η σημερινή κατάσταση αναδεικνύει και τα όρια και τις θεωρητικές και πολιτικές αδυναμίες που έχουν τόσο η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ακόμα περισσότερο άλλες δυνάμεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς (ΜΛ, ΕΕΚ κ.α.) όσο και ο – με έντονες διαφοροποιήσεις- χώρος της αναρχίας και αυτονομίας. Το ενδιαφέρον είναι ότι παρά την τεράστια αλλαγή των συσχετισμών εντός της Αριστεράς σε εκλογικό επίπεδο, η επίδραση των διαφορετικών πολιτικών συλλογικοτήτων μέσα στο κίνημα δεν έχει μεταβληθεί αντίστοιχα και σε πολλές περιπτώσεις η εικόνα στο κίνημα είναι αντίστροφη από την εκλογική επιρροή.
Κατά την άποψή μου όμως, η προβληματική εξέλιξη στη συζήτηση της Αριστεράς έχει επιδράσεις και στις δυνάμεις αυτές. Για παράδειγμα, βρίσκω απολύτως λογικό το ότι άνοιξε μια πλούσια συζήτηση ειδικά μεταξύ δυνάμεων και θεωρητικών της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς και ειδικά της ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την ανάγκη και το περιεχόμενο των πολιτικών συμμαχιών, το χαρακτήρα των μετώπων, το ρόλο των κυβερνήσεων κ.α. Ωστόσο θεωρώ ότι παρότι η σχέση των αγωνιστών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το μαζικό κίνημα είναι διαρκής και άρα τα πολιτικά συμπεράσματα και τα θεωρητικά ερωτήματα που εξάγονται από αυτό είναι έντονα και παρότι σε όλες τις απόψεις και τα θεωρητικά σχέδια, το ζήτημα της κυβέρνησης και της εξουσίας εμφανίζεται αλληλένδετο με την ισχύ και την οργάνωση του εργατικού κινήματος, πολύ συχνά υιοθετείται μια μεθοδολογία παρόμοια με τη συζήτηση εντός και γύρω του ΣΥΡΙΖΑ. Πλάι στην σωστή προσοχή που δίνεται σε όλα τα ζητήματα της προοπτικής της πάλης και της εξουσίας, δεν δίνεται συχνά ανάλογη στο πρώτο και κεντρικό ερώτημα, το πώς θα οργανωθεί ο λαός ώστε να επιβιώσει, να αμυνθεί, να αντεπιτεθεί και να ανατρέψει τόσο το σημερινό κυβερνητικό εφιάλτη, όσο την προσπάθεια ανασυγκρότησης του καπιταλισμού πάνω στα συντρίμμια της κοινωνίας και του ίδιου του εκμεταλλευτικού συστήματος. Κατανοεί κανείς εύκολα ότι ιεραρχείται πρώτη η ανάγκη απάντησης σε διάφορες πλευρές του διαφορετικού δρόμου που μπορούμε να βαδίσουμε παρά σε μερικά από τα πιο βασικά πρώτα βήματά του, δηλαδή στην εκκίνηση αυτού του δρόμου από το μαζικό λαϊκό κίνημα.
Συχνά αυτό συμβαίνει σαν απόρροια μιας αποδοχής ότι το κίνημα έφτασε τα τελευταία τρία χρόνια σε ένα όριο, έτσι που να γίνεται επιτακτική η επεξεργασία μιας πρότασης για το μέλλον που θα πείσει εκ νέου τα μαζικά αγωνιστικά μπλόκ. Αυτό είναι μόνο εν μέρει σωστό. Γιατί τα πραγματικά όρια του κινήματος για να μπορέσουν να ξεπεραστούν, δεν αρκεί μόνο ένα συγκροτημένο εναλλακτικό σχέδιο, όσο συγκεκριμένο μπορεί να είναι άλλωστε, αλλά κυρίως μια πολιτική γραμμή που να κάνει το ίδιο το εργατικό κίνημα ικανό να κινήσει στη δική του ρότα και να αναζητήσει την εναλλακτική. Για να είναι πραγματικά επαναστατικό ένα πολιτικό σχέδιο δεν αρκεί να απαντά αριστερότερα σε ερωτήματα που ο ΣΥΡΙΖΑ απαντά ρεφορμιστικά και σε ορισμένες περιπτώσεις σοσιαλδημοκρατικά. Πρέπει παράλληλα να υιοθετεί επαναστατικό τρόπο υλοποίησης αυτού του σχεδίου, άρα να πατά πάνω στην καθημερινή εμπειρία των αγώνων και κυρίως των μορφών οργάνωσης του κινήματος. Για παράδειγμα, μπορεί να μιλά πραγματικά κάποιος σήμερα για οποιαδήποτε ανατροπή χωρίς να θέτει σε ένα από τα πιο βασικά ζητήματα την κατάσταση στο συνδικαλιστικό κίνημα; Όταν αυτή η σάπια και εχθρική γραφειοκρατική δομή της ΓΣΕΕ βγάζει λίγο καιρό πριν ξανά με τις ίδιες μεθόδους πρόεδρο τον Παναγόπουλο, γίνεται να μην τίθεται άμεσα επί τάπητος το θέμα της ανεξάρτητης οργάνωσης της τάξης; Ή αντίστοιχα, δεν αρκεί να επισημαίνεται η σημασία των λαϊκών συνελεύσεων, επιτροπών, πρωτοβουλιών αλληλεγγύης. Πολύ συχνά η πραγματική τους ζωή είναι πολύ χειρότερη από αυτή που φαντάζονται θεωρητικά σχήματα. Πρέπει να σκύψουμε συγκεκριμένα, να συζητήσουμε τι ρόλο μπορεί να έχουν, τι προβλήματα, τι θετικά. Και πάνω από όλα, δεν αρκεί να γίνονται βήματα στη συγκρότηση πρωτοβουλιών, δεν αρκεί καν η μεγάλη κατάκτηση του συντονισμού πρωτοβάθμιων σωματείων ή και λαϊκών επιτροπών. Χρειάζεται βαθιά συζήτηση που να συνδέει τη θεωρητική αναζήτηση, την πολιτική αντιπαράθεση και τις έμπρακτες απόπειρες για το νέο εργατικό κίνημα, αυτό που θα φέρει οποιαδήποτε αλλαγή. Και μπορεί πολλές δυνάμεις να αναφέρονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε αυτό, αλλά πολύ λίγα βήματα γίνονται σε αυτή την κατεύθυνση, ενώ είναι χαρακτηριστικό ότι στα εκατομμύρια κείμενα υπογραφών και σχεδίων που κατατίθενται σπάνια τίθεται σαν πρώτη ή μια από τις πρώτες προτεραιότητες – ενώ είναι υπό αμφισβήτηση και η επίδραση τους στις λαϊκές μάζες.
Πρόκειται για ένα πολιτικό ζήτημα κρίσιμο. Για τους επαναστάτες δεν είναι άλλο πράγμα η πολιτική και άλλο το κίνημα, δεν υπάρχει ένα χάσμα που χωρίζει την πολιτική διεκδίκηση των κινημάτων με την «ρεαλιστική» πολιτική. Είναι ρεαλιστικό ότι η εργατική τάξη και το κίνημά της μπορεί να κατανοήσει, διεκδικήσει και κερδίσει. Έτσι έγινε ρεαλιστικό το καθόλα παράλογο εγχείρημα του να πάρουν την εξουσία τα Σοβιέτ στη μεγαλύτερη χώρα του κόσμου. Αυτό δε σημαίνει ότι εξαφανίζεται η διάκριση μεταξύ μιας συνέλευσης, μιας κινηματικής μάχης και μιας θεωρητικής αντιπαράθεσης. Σημαίνει ότι όλα αυτά τίθενται με την αυτοτέλεια τους πάντα στον κύριο κριτή, την ταξική πάλη. Από εκεί ξεκινούν και από εκεί καταλήγουν. Όχι γενικά από τον κόσμο, ή ακόμα χειρότερα, τους ψηφοφόρους. Αλλά από την ταξική πάλη, κομμάτι της οποίας είναι τα πολιτικά κόμματα και οι οργανώσεις που μιλούν στο όνομα της εργατικής τάξης.
Και για την αντικαπιταλιστική αριστερά, η αποτίμηση των αγώνων της περασμένης τριετίας, γίνεται έτσι καθοριστικής σημασίας. Γιατί ανάλογα με αυτήν, καθορίζονται οι πολιτικές προτάσεις στο σήμερα. Η προσωπική μου άποψη, είναι ότι το βασικότερο πρόβλημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν η αδυναμία της να εκφράσει ενιαία ένα εναλλακτικό σχέδιο παρέμβασης και αναβάθμισης των οργάνων που γεννήθηκαν από το κίνημα με ορίζοντα την ανατροπή της κυβέρνησης και το συνολικό κλονισμό της αστικής εξουσίας, με απόπειρα περάσματός της εξουσίας στα όργανα του αγωνιζόμενου λαού. Δεν ήταν το μόνο, σαφώς και υπήρχαν θεωρητικά και στρατηγικά ελλείμματα, δισταγμοί, αντιφάσεις, οργανωτικές δυσκολίες και βέβαια απίστευτη πίεση από την εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ. Ωστόσο, πιστεύω ότι αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά. Έτσι, αντιλαμβάνομαι ότι το επόμενο διάστημα – και σε συνδυασμό με τη συνδιάσκεψή της- πρέπει να κάνει βήματα στην επανεμφάνιση του κινήματος, την τομή- ανασυγκρότηση στο εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα, στο βάθεμα και την καλύτερη επεξεργασία του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και στην εσωτερική- δημοκρατική της λειτουργία, κάνοντας μια διπλή απεύθυνση στην κοινωνία και τις αγωνιζόμενες δυνάμεις της αριστεράς και του κινήματος για ένα μέτωπο ρήξης και ανατροπής και στις δυνάμεις που διαφοροποιούνται από ΣΥΡΙΖΑ- ΚΚΕ για μια πολιτική συνεργασιών σε αντικαπιταλιστική- αντιΕΕ κατεύθυνση.
Αν όμως γίνει διαφορετική αποτίμηση μπορεί να υπάρξει και διαφορετική ιεράρχηση στην απάντηση. Είτε υποτίμηση της ανάγκης ανασυγκρότησης του κινήματος και ανίχνευση των αδυναμιών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στην μη επιλογή συνεργασιών ή στο μη «πλάτεμα» της απεύθυνσης και των θέσεων της, είτε υπερτίμηση της δύναμης του κινήματος και της κατάστασης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άρα υπεράσπιση, χωρίς αυτοκριτική και επεξεργασία νέων βημάτων, της σημερινής κατάστασης. Και με τις δύο οπτικές διαφωνώ, αντιλαμβανόμενος ωστόσο σωστές πλευρές που μπορεί να έχουν.
Επισημάνσεις
Έχοντας πια κατά πολύ ξεφύγει από τις αρχικές σκέψεις που ήθελα να καταθέσω, θα παραθέσω απλά μερικά σημεία που θεωρώ ότι πρέπει να σταθούμε το επόμενο διάστημα. Είναι κατά τη γνώμη μου βασικά θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα. Προς το παρόν θα θέσω μόνο κάποιες βασικές σκέψεις που χωρίς έντονη επεξεργασία.
- Εργατικό κίνημα σε εποχές χωρίς κοινωνικά συμβόλαια.
Το πιο βασικό ερώτημα για το εργατικό κίνημα είναι το πώς θα ανασυγκροτηθεί στη βάση που να αντιστοιχεί στην εποχή. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ο Παναγόπουλος ή απλά οι συσχετισμοί. Δεν είναι καν μόνο η γραφειοκρατική δομή και λειτουργία του. Στην πραγματικότητα έχουμε την προσπάθεια μιας εκφυλισμένης εκδοχής του ισχυρού συνδικαλιστικού κινήματος του κεϋνσιανισμού με τον στρεβλό τρόπο που υλοποιήθηκε στην Ελλάδα να αντέξει τη στιγμή που έχουν μεταβληθεί πλήρως οι συνθήκες που το διαμόρφωσαν. Όταν μέσα στην κρίση, διαλύονται ένα -ένα όλα τα στοιχεία της απόσπασης συναίνεσης της περιόδου του κράτους πρόνοιας, το συνδικαλιστικό κίνημα φαίνεται να έχει μείνει σε διαφορετική εποχή. Η ενσωμάτωση του εργατικού κινήματος της Δύσης στα μεταπολεμικά χρόνια και η ήττα του κατά τις δεκαετίες του νεοφιλελευθερισμού έχουν εκτός των άλλων και μια ειδική πλευρά, τη μεταστροφή της έννοιας της ταξικής πάλης στη διαπραγμάτευση εντός των ορίων του συστήματος. Ενώ τα πρώτα βήματα του εργατικού κινήματος και οι τεράστιες κατακτήσεις του και στην Ελλάδα, σηματοδοτούσαν τα βήματα οργάνωσης και συνείδησης του προλεταριάτου που βρίσκονταν εκ των πραγμάτων σε διαρκή ανειρήνευτη πάλη με την αστική τάξη – όχι αναγκαστικά με επαναστατικό τρόπο- το συνδικαλιστικό κίνημα μετατράπηκε στο όργανο μέσω του οποίου – και συχνά με ηρωικό τρόπο- τα κομμάτια των συνδικαλισμένων εργατών θα διαπραγματεύονταν με το κράτος και την εργοδοσία μέσα στα όρια του κοινωνικού συμβολαίου της κευνσιανής ρύθμισης. Τι γίνεται όμως τώρα που αυτή δεν υπάρχει; Τι γίνεται τώρα που ο αντίπαλος δεν έχει αφήσει τίποτα στο απυρόβλητο, που η απόσπαση συναίνεσης γίνεται με τη βία, την τρομοκρατία και την εξαθλίωση; Και κυρίως, τι γίνεται τώρα που σταματά η ίδια η έννοια των συλλογικών συμβάσεων; Είναι εμφανές ότι θα πρέπει να γυρίσουμε ξανά πίσω σε μορφές και αγώνες πριν από τον πόλεμο, στις αρχές του 20ου αιώνα ή και στον 19ο. Τότε που μια απεργία οργανωνόταν σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου, που συχνά ήταν μιας και μπορεί να έβρισκαν οι εργάτες απέναντι τους οπλισμένους στρατούς. Δεν είναι μόνο η άνοδος της κινηματικής αντιβίας, και της υπέρβασης της αστικής νομιμότητας. Είναι πάνω από όλα η γνώση ότι η μάχη, θα είναι μάχη μέχρι τέλους, δίχως καμιά καβάντζα και ότι οι ελπίδες για μια εύκολη επιστροφή στο χθες έχουν εδώ και καιρό αποδειχθεί όνειρα απατηλά. Για να γίνει αυτό, πρέπει στην πρωτοκαθεδρία των αγώνων να βρεθούν και αυτοί που δεν έχουν καβάντζα καμία γιατί το μόνο μάθημα που πάντα αποδεικνύεται σωστό, είναι ότι σε τόσο δύσκολες εποχές δεν αρκεί η όρεξη και η πολιτική βούληση, αν δεν πατά στην ταξική θέση και την υλική αναγκαιότητα για την ανατροπή.
- Κάθε αγώνας, αγώνας όλων.
Με τέτοιο τρόπο πρέπει να αντιλαμβανόμαστε όποια μάχη δίνεται από όποιους και αν πρωταγωνιστούν. Ο αγώνας του Μετρό ήταν μια από τις πιο σκληρές μάχες που δείχνει τον τρόπο με τον οποίο θα διεξάγεται η ταξική πάλη το επόμενο διάστημα. Δεν πρέπει να αφήνουμε αγώνες να περνούν χωρίς αποτίμηση, συμπεράσματα, προγραμματισμό. Η διαδικασία της εξαγωγής συμπερασμάτων μετά από έναν αγώνα και τα βήματα στη συνείδηση της τάξης, είναι το πιο σημαντικό για την προετοιμασία για την ανατροπή, ειδικά σε μια εποχή που θα δέχεται το κίνημα συχνές ήττες και χτυπήματα. Προφανώς κάθε νίκη, ακόμα και μικρή, έχει ιστορική σημασία και πρέπει να γίνεται παράδειγμα. Ωστόσο και οι ήττες μπορούν να συμβάλλουν στη συνείδηση και να αφήνουν σημαντικά κέρδη στο επίπεδο οργάνωσης. Αυτό είναι ένα από τα βασικά ελλείμματα των τελευταίων ετών. Δεν αρκεί να δίνονται με αποφασιστικότητα μάχες. Χρειάζεται σχεδιασμός, πότε, πώς, με ποιες δυνάμεις, με ποιους στόχους και τι πιθανούς ελιγμούς θα δοθεί μια μάχη. Πώς θα οργανωθεί ώστε από την πρώτη στιγμή να πάρει ο επιμέρους αγώνας πανκοινωνική διάσταση και να έχει πιθανότητες νίκης, σε μια περίοδο που οι μεμονωμένοι αγώνες είναι δύσκολο να κερδίσουν και σίγουρα όχι χωρίς την απειλή εξεγερτικών γεγονότων; Καθημερινή πάλη, χωρίς να αναμένουμε μόνο τα τεράστια γεγονότα, αλλά και χωρίς να προχωράμε σε τουφεκιές χωρίς πιθανότητα μαζικότητας, που μόνο τις τύψεις της γραφειοκρατίας ικανοποιούν. Η μάχη των καθηγητών φαίνεται ότι θα είναι μια από τις πρώτες που έχουμε μπροστά μας και πρέπει με αυτό τον τρόπο να κινηθούμε.
- Ποιο είναι το εργατικό κίνημα και ποια η εργατική τάξη;
Μέσα στο κείμενο αναφέρομαι στο εργατικό κίνημα και την εργατική τάξη, ενώ συχνά το συγχέω με το λαό και τους λαϊκούς αγώνες. Είναι αλήθεια ότι χρειάζεται μεγάλη συζήτηση το θέμα του καθορισμού της εργατικής τάξης και της συμμαχίας της με άλλα πληττόμενα στρώματα και δε θέλω να αναφερθώ σε αυτήν. Αυτό όμως που θέλω να επισημάνω είναι ότι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα – που έχει περάσει και στο λόγο της αριστεράς ειδικά της κυβερνητικής- των αγώνων της τελευταίας τριετίας, είναι ότι το ταξικό κριτήριο τέθηκε σε δεύτερη μοίρα. Το πρόβλημα, όπως τα βλέπω, δεν είναι τόσο ότι δεν έχουν γίνει οι αναλυτικές μελέτες για τον ορισμό και τον ποσοτικό καθορισμό της εργατικής τάξης, ούτε ότι στο λόγο χρησιμοποιείται συχνά άκριτα ο λαό και η εργατική τάξη. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι υποτιμήθηκε η έννοια της πάλης των τάξεων, δηλαδή των αντιμαχόμενων κομματιών της κοινωνίας που το ένα παλεύει ενάντια στο άλλο. Ο βασικός λόγος είναι αναμφίβολα ότι από την καταστροφική πολιτική πλήττεται η συντριπτική πλειονότητα της κοινωνίας, διαλύονται τα κατώτερα τμήματα της αστικής τάξης, ενώ τίθεται σε νέα βάση η συζήτηση για το σύγχρονο ιμπεριαλισμό και την άνιση ανάπτυξη εντός της Ε.Ε. που υποβιβάζει διεθνώς το ρόλο της εγχώριας αστικής τάξης. Ωστόσο η έλλειψη συγκεκριμένης ταξικής ανάγνωσης είναι το πρώτο βήμα για την ήττα, την υποταγή και τη ρεφορμιστική πολιτική. Η διαφορετική προοπτική για την κοινωνία, δεν τίθεται έτσι ως πολιτική διεκδίκηση και σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών κομματιών της κοινωνίας που έχουν αντιπαραθετικά συμφέροντα, αλλά ως μια πολιτική πρόταση που οφείλει να επιλέξει ο ελληνικός λαός και θα είναι υπέρ του συνόλου του εκτός κάποιων πολύ μικρών μερίδων που περιγράφοντα ασαφώς ως «συμφέροντα» ή άλλα. Αποτελεί μια διαφορετική εκδοχή, αλλά εξίσου λάθος με την αναγνώριση των εχθρών στους «προδότες πολιτικούς», εκδοχή με την οποία αισθάνεται οικεία και η Χρυσή Αυγή.
Το λάθος αυτό αποτελεί συχνή επιλογή που μπορεί να παίρνεται καθημερινά σε κείμενα, ομιλίες, κινηματικές μάχες κ.α. ως μέθοδος για να γίνει ένας λόγος ευρύτερα κατανοητός και να υιοθετείται από πάρα πολλές δυνάμεις της αριστεράς. Επίσης δεν εμφανίζεται μόνο στην πολιτική πρόταση, αλλά εξίσου και στην πολιτική ανάλυση. Αν δηλαδή εξ αρχής αναγνωρίζεις ως βασικό και κύριο υπαίτιο για τη σημερινή βαρβαρότητα το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα και τις εγγενείς κρισιακές τάσεις του και στη συνέχεια τη συγκεκριμένη αστική πολιτική στην Ελλάδα ή αν ιεραρχείς κυρίαρχα τις – τεράστιες προφανώς- ευθύνες των κυβερνώντων ή της Μέρκελ, η σε άλλες περιπτώσεις του ευρώ.
Το να ορίσω ποια είναι η εργατική τάξη είναι σαφώς αδύνατο για μένα, και σίγουρα σε ένα άρθρο. Ωστόσο η αίσθηση μου, είναι ότι οφείλουμε να αναζητούμε μια ευρεία και ιστορική έννοια για το εργατικό κίνημα. Έτσι, ταξική πάλη δεν είναι μόνο η μάχη ενάντια στην εργοδοσία σε ένα εργασιακό χώρο, ούτε μόνο η αντίθεση στο κράτος και την κυβέρνηση. Μπορεί να θεωρηθεί κάθε αγώνας που αντιτίθεται σε βασικές πλευρές της αστικής πολιτικής και ειδικά στη στρατηγική του σοκ που υιοθετεί στην προσπάθεια υπέρβασης από τη μεριά του της καπιταλιστικής κρίσης. Με την έννοια αυτή, είναι ταξική πάλη, και μάλιστα τεράστιας σημασίας, αγώνας στις Σκουριές ή η μάχη για τα χαράτσια ή πρωτοβουλίες σε γειτονιές. Και αυτό όχι μόνο γιατί όλα αυτά έχουν αναμφίβολα πολιτικές συγγένειες καθώς σχετίζονται με την αντίθεση σε μια πολιτική που ασκείται, αλλά γιατί με διαφορετικό τρόπο αγωνίζονται για τα συμφέροντα της θιγόμενης πλειοψηφίας ενάντια στην κερδοφορία του κεφαλαίου. Το κεφάλαιο μπορεί να αποσπά υπεραξία μόνο από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Ωστόσο η διατήρηση της κερδοφορίας του, και ειδικά σε περιόδους κρίσης, περνά από πάρα πολλούς δρόμους, από τη φορολογία, από την καταλήστευση του δημοσίου, από το ξεπούλημα της γης, από την καταστροφή του περιβάλλοντος κ.α. Άρα η μάχη ενάντια σε όλα αυτά έχει σαφές ταξικό πρόσημο και μπορεί να ανυψωθεί σαν μια συνολική αντικαπιταλιστική πάλη που εδράζει σε διαφορετικούς τόπους ή τομείς.
Από την άλλη δεν μπορεί να μην είναι πρώτο στα καθήκοντα της αριστεράς, η παρέμβαση στους χώρους εργασίας. Με 30% ανεργία και 65% στους νέους, σίγουρα γίνεται κυρίαρχη η ανάγκη παρέμβασης στους ανέργους και απολυμένους με ειδικές πρωτοβουλίες κ.α. Ωστόσο υπάρχει ακόμα κόσμος που … δουλεύει. Ωστόσο συχνά, η εργοδοτική τρομοκρατία αλλά και οι ευέλικτες συνθήκες εργασίας, οδηγούν πολλούς να συμμετέχουν σε κινηματικές διαδικασίες στις γειτονιές ή σε άλλες πρωτοβουλίες, υποτιμώντας την αναγκαιότητα και τη δυνατότητα παρέμβασης εκεί που δουλεύουν. Ειδικά για τους νέους, οι περισσότερες θέσεις εργασίας είναι προσωρινές, μπορεί να μη θυμίζουν καν εργασία (γιατί είναι μέσω ενός γνωστού και για λίγο καιρό και χωρίς σοβαρά χρήματα), και φαντάζουν ως «θείο δώρο» μπροστά στον εφιάλτη της ανεργίας. Έτσι ο μισθός μετατρέπεται σε χαρτζιλίκι, η εργασία υποτιμάται πλήρως, ο ίδιος ο εργαζόμενος αισθάνεται υπόχρεος στο αφεντικό και γενικά άχρηστος, ενώ μπορεί να εκφράζει την αγωνιστικότητα του με πολλούς άλλους, περισσότερο ακίνδυνους τρόπους.
Η «νέα» και «ευρεία» πρόσληψη του εργατικού κινήματος, δε σημαίνει βεβαίως την υπέρβαση της «παλιάς» και «στενής». Παραμένει πρώτο και βασικό πεδίο της ταξικής πάλη και πεδίο συγκρότησης συνείδησης η μάχη στο χώρο εργασίας. Άλλωστε, έτσι θα είναι πια η εργασία στη χώρα μας και στο σύγχρονο καπιταλισμό. Αν οραματιζόμαστε τις μεγάλες απεργίες που θα κάναμε αν ήμασταν εργάτες σε τεράστιες παραγωγικές μονάδες δε θα προσφέρουμε τίποτα, γιατί μάλλον δε θα γίνουμε ποτέ. Και πρέπει να γνωρίζουμε ότι το εργατικό κίνημα δεν βασίστηκε μόνο στο τεράστιο και συγκεντρωμένο εργατικό δυναμικό των καπιταλιστικών εργοστασίων (παρότι εκεί ήταν πιο ισχυρό) αλλά και σε πάμπολλες άλλες μορφές και χώρους εργασίας. Το Παρίσι δεν είχε τεράστια εργοστάσια, οι πρωταγωνιστές της Κομμούνας ήταν στην πλειοψηφία τους συνειδητοποιημένοι τσαγκάρηδες, λούστροι, καθαρίστριες, πόρνες, γενικά χειρώνακτες που συχνά πετιούνταν στα όρια της λουμπενοποίησης. Αντίστοιχα παραδείγματα βρίσκουμε στις ΗΠΑ στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 20ου αιώνα, αλλά και στην Ελλάδα με την ισχυρή παρουσία των συντεχνιακών επαγγελμάτων.
Ωστόσο, δεν είναι πάντα χώροι εργασίας με λίγους εργαζόμενους. Υπάρχουν τεράστιοι χώροι μαζικής συγκέντρωσης σύγχρονης εργατικής τάξης, που συνεχίζουν μέχρι και σήμερα να αποφέρουν τεράστια κέρδη στα αφεντικά. Αν πάει κάποιος στο Mall θα βρει ένα σύγχρονο εργοστάσιο με χιλιάδες εργάτες που παράγουν υπεραξία για τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων. Είναι αλήθεια ότι η σημασία της θέση στα μέσα παραγωγής παραμένει σημαντική και άλλη δύναμη έχει η εργατική τάξη της βιομηχανίας, ωστόσο η οργάνωση μιας απεργίας στο Mall θα ήταν η πιο σκληρή αναμέτρηση για τη σημερινή εποχή. Σε κάθε περίπτωση, το τεράστιο εργατικό δυναμικό στους τομείς των νέων τεχνολογιών, της πληροφορικής, της ενέργειας, των μεταφορών αλλά και των υπηρεσιών, του εμπορίου και του τουρισμού, θα είναι σίγουρα στην πρωτοκαθεδρία του εργατικού κινήματος της νέας εποχής, ενώ στο επίκεντρο δεν να μην είναι οι άνεργοι.
- Μικροί και μεγάλοι αγώνες, καθημερινή πάλη, αυτοδιαχείριση και ανατροπή.
Για να μπορούμε να σχεδιάσουμε για το μέλλον πρέπει να έχουμε μια εκτίμηση για την κατάσταση του κινήματος σήμερα. Εγώ, παρά τις προβληματικές που ανέφερα παραπάνω, πιστεύω ότι δεν μπορεί κανείς να υποτιμά τους υπαρκτούς αγώνες που έγιναν την τελευταία χρονιά, τις απεργίες στο Μετρό και τις συγκοινωνίες, τον αγώνα των ναυτεργατών, τις απεργίες που έχουν ξεσπάσει τώρα σε χώρους όπως η ΜΕΒΓΑΛ, τις καταλήψεις των φοιτητών και σπουδαστών, την τεράστια προσπάθεια της ΒΙΟΜΕ, τον ηρωικό αγώνα στις Σκουριές κ.α. Ακόμα περισσότερο, δεν μπορούμε να ξεχνάμε ότι μερικές δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες άνδρες και γυναίκες δίνουν καθημερινά τεράστιες μάχες στις γειτονιές και τις πόλεις για την επιβίωση και την αλληλεγγύη. Σε κάθε πόλη και χωριό έχουν δημιουργηθεί πολύ διαφορετικές μορφές πάλης με τεράστιο έργο. Με προβληματίζει ιδιαίτερα όταν οι τεράστιες συζητήσεις και απόψεις μιλούν για το α ή το β σχέδιο, αγνοώντας αυτή την πραγματικότητα και το τεράστιο μωσαϊκό αγώνων που βεβαίως έχει πολιτικές διαφορές και αντιπαραθέσεις εντός του. Μάλιστα, είναι εμφανές ότι για μεγάλο κομμάτι κόσμου, τα κεντρικά ραντεβού του Συντάγματος ή άλλων πλατειών, που στιγμάτισαν τις μάχες των προηγούμενων ετών, έχουν αποκτήσει μικρότερη σημασία από την καθημερινή προσπάθεια στη γειτονιά του. Και αυτό δεν είναι κακό, καθώς η αναμονή των μεγάλων συμβάντων, δε βοηθά την οργάνωση της διαρκούς αντιπαράθεσης.
Από την άλλη όμως, το ζήτημα του προσανατολισμού όλων αυτών των μορφών είναι κρίσιμο. Διότι αν η αναμονή των μεγάλων ραντεβού δεν δίνει τίποτα, ούτε και η απόλυτη διάχυση στα επιμέρους οδηγεί στην ανατροπή. Η προσπάθεια επιβίωσης και ανασυγκρότησης της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας δεν μπορεί να σημαίνει παραίτηση από την ανάγκη ανατροπής και κατά τη γνώμη μου και τη επαναστατικής ανατροπής με πέρασμα της εξουσίας στους οργανωμένους εργάτες και εργάτριες.
Εδώ κατά τη γνώμη μου υπάρχουν τέσσερις λανθασμένες οπτικές.
- Η προσπάθεια διαχείρισης της ανημποριάς και της εξαθλίωσης, η αστική φιλανθρωπία, η κρατικά ή ευρωπαϊκά επιχορηγούμενη κοινωνική επιχειρηματικότητα
- Η πρόσληψη της οργάνωσης της επιβίωσης και της επίλυσης είτε άμεσων είτε και πιο μακροπρόθεσμων στόχων σαν ένα παράλληλο δίκτυο με μια αριστερή κυβέρνηση του μέλλοντος.
- Η πρόσληψη των μορφών αυτών σαν ενδείξεις αλλαγής της ζωής χωρίς το κράτος και την εξουσία, σαν «ρωγμές» που μπορούν να ενισχύονται μέσα στον καπιταλισμό.
- Η αυθόρμητη υποταγή στο καθημερινό και τη συνήθεια που οδηγεί στην αδιάκοπη καθημερινή ενασχόληση με κάτι συγκεκριμένο και υποτίμηση σε κάτι ευρύτερο.
Δεν έχω χώρο και χρόνο για να αναλύσω τις διαφωνίες μου με αυτές, αλλά η άποψη μου είναι ότι συναντιούνται στην αδυναμία χάραξης μιας ενοποιητικής γραμμής που να τείνει στην ανάδειξη των μορφών αυτών σε όργανα εν δυνάμει εργατικής εξουσίας και ουσιαστικά στην επαναστατική τομή. Σίγουρα εκφράζουν αγωνιστές και καθημερινούς μαχητές, ωστόσο η επαναστατική ανατροπή απαιτεί άλλο επίπεδο αναζήτησης στις μορφές πάλης.
Δε με εκφράζει βεβαίως και η υποτίμηση όλων αυτών και η αναγνώριση τους σαν μορφές διαχείρισης του καπιταλισμού ή και οπορτουνίστικα πειράματα, όπως θεωρεί το ΚΚΕ και άλλοι. Ειδικά το θέμα του εργατικού ελέγχου είναι κεντρικό. Ωστόσο, το κύριο είναι αν όλα αυτά τα διάσπαρτα αγωνιστικά μορφώματα, μπορούν να συνδεθούν σαν διαφορετικές μορφές αναζήτησης μιας διαφορετικής εξουσίας που περνά μέσα από την αντικαπιταλιστική επανάσταση. Αυτό δεν είναι ούτε κάτι που θα γίνει αύριο, ούτε σε χίλια χρόνια. Είναι μια διαρκής διαδικασία που ξεκινά από σήμερα και φτάνει μέχρι την ανώτερη κομμουνιστική κοινωνία. Το βασικό λοιπόν είναι ο προσανατολισμός του και το αν μέσα από αυτά ο κόσμος καταφέρνει να επιβιώνει και να παίρνει στα χέρια του την παραγωγή και την εξουσία. Και τέλος, δεν μπορούν τα επιμέρους να μη συνδέονται με κομβικές κινηματικές μάχες με στόχο πρώτα και κύρια την ανατροπή αυτής της κυβέρνησης.
- Φασισμός και δημοκρατικό ζήτημα.
Άφησα για το τέλος, μια μόνο μικρή σημείωση για το φασισμό και την πάλη εναντίον του. Αυτό που γίνεται όλο και πιο σαφές είναι ότι η πάλη ενάντια στις φασιστικές συμμορίες και τον ίδιο το φασισμό έχει αυτοτέλεια αλλά συνδέεται με τη συνολική μάχη ενάντια στην κοινοβουλευτική δικτατορία του Σαμαρά, του Δένδια και της «Ομάδας Αλήθειας». Αυτό δε σημαίνει ότι η Χρυσή Αυγή είναι το ίδιο τη σημερινή κατάσταση. Ο φασισμός είναι ότι πιο σκληρό, σκοτεινό έχει εμφανιστεί. Ωστόσο, είναι εμφανές ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη στρατηγική μόνιμης αντιδημοκρατικής εκτροπής σαν παράλληλη διαδικασία με το βάθεμα της κρίσης και την κοινωνική λεηλασία. Αυτό συμβαίνει με ειδική σκληρότητα στην Ελλάδα αλλά είναι διεθνής τάσης του καπιταλισμού, συγκεκριμένη στρατηγική υπέρβασής της κρίσης. Μέσα σε αυτό το τοπίο, εμφανίζεται σαν εργαλείο αλλά και σαν απειλή η Χρυσή Αυγή, άρα η νικηφόρα μάχη εναντίον της περιλαμβάνει και τη νικηφόρα μάχη εναντίον της τρικομματικής χούντας. Αν λοιπόν ο ολοκληρωτισμός είναι η δεύτερη στρατηγική του κεφαλαίου μαζί με την εξαθλίωση, τότε η πάλη για τα σύγχρονα δημοκρατικά δικαιώματα, μαζί με την αντιφασιστική πάλη, είναι ο δεύτερος άξονας της ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος.
 

Δεν υπάρχουν σχόλια: