Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014

Για το κείμενο των 53: «Αριστερή γραμμή» και στροφή στα κινήματα – Ναι, αλλά τι σημαίνει;

Του Σεραφείμ Σεφεριάδη*


Το γεγονός ότι η –για κάθε αριστερό πρόδηλη– δεξιά διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ προκαλεί αντιστάσεις στο εσωτερικό του κόμματος, είναι σημάδι ελπιδοφόρο. Η συγκυρία της δημοσιοποίησης του κειμένου των 53 φέρνει για άλλη μια φορά στο προσκήνιο τις τεράστιες ευθύνες που η Αριστερά επωμίζεται, και το πόσο επιτακτικό είναι να αντεπεξέλθει σε αυτές. Δίνει επίσης την ευκαιρία για διάλογο· ένα διάλογο που θα πρέπει να είναι ευρύς, ουσιαστικός και...
δημοκρατικός.

Το βασικό αίτημα που το κείμενο των 53 προβάλλει –«Να επιχειρήσουμε να μεταφέρουμε το πολιτικό παιχνίδι από το πεδίο της επικοινωνίας και των θεσμών σε αυτό του δρόμου και των κινημάτων»– ως προϋπόθεση ώστε ο ΣΥΡΙΖΑ να επιμείνει στη «μαζική αριστερή γραμμή» (τη μόνη που «εγγυάται τη νίκη») και ώστε μια μελλοντική αριστερή κυβέρνηση να φέρει σε πέρας τα καθήκοντά της (και το «κυβέρνηση» να μην πνίξει το «αριστερή») απηχεί την αγωνία όλων των αριστερών, τόσο εντός όσο και εκτός του ΣΥΡΙΖΑ.

Έχει λοιπόν σημασία το περιεχόμενο του σκεπτικού να διευκρινιστεί και να βαθύνει. Και το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι απλό, όσο όμως και εξαιρετικά κρίσιμο: Πώς υλοποιείται, και τι ακριβώς περιεχόμενο έχει μια «στροφή στα κινήματα»;

Δεν χρειάζεται να τονιστεί βέβαια ότι τα κινήματα είναι φαινόμενα εξόχως πολιτικά –δεν είναι ούτε συμπλήρωμα, ούτε και κανενός είδους φετίχ ή από μηχανής θεός. Σε περιόδους κανονικότητας, οι εργαζόμενοι βγαίνουν στο δρόμο για να διεκδικήσουν βελτίωση της θέσης τους εντός του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου. Όμως σε περιόδους κρίσης (αν και πάντοτε με τις απαραίτητες πολιτικές διαμεσολαβήσεις) οι κινητοποιήσεις μπορούν να γίνουν, ανά φάσεις, μαζικές και δυναμικές, και να αγκαλιάσουν την κοινωνία επειδή γίνεται σαφές ότι τέτοια βελτίωση δεν μπορεί να υπάρξει εντός του συστήματος.

Στον βίο των κινημάτων, το σημείο αυτό είναι εξαιρετικά κομβικό διότι αναδεικνύει την πολιτική υφή τους (όπως έλεγε και ο Μαρξ «κάθε ταξικός αγώνας… είναι πολιτικός αγώνας»), διαχέοντας τη συνειδητοποίηση του ότι οι υφιστάμενοι θεσμοί δεν λειτουργούν με στόχο την εξυπηρέτηση των λαϊκών συμφερόντων αλλά για να οργανώνουν την επιβολή των κυρίαρχων.

Από εκεί απορρέει και το συμπέρασμα ότι για να επέλθει σοβαρή κοινωνική αλλαγή, χρειάζονται ριζικές πολιτικές ανατροπές. Αυτό το όραμα και αυτή η ελπίδα είναι που συνέχουν τις μαζικές κινηματικές δράσεις, και τμήμα αυτής ακριβώς της διαδικασίας είναι η δημιουργία κομμάτων όπως ο ΣΥΡΙΖΑ, που στις περιστάσεις επωμίζονται την τεράστια ευθύνη της γενίκευσης των επιμέρους αιτημάτων συνδυαστικά με τον προσδιορισμό σαφών πολιτικών στόχων.

Αν δεν γίνει αυτό, και η πολιτικοποίηση των κινημάτων μείνει μετέωρη, τότε η διαδικασία επιβραδύνεται ή και παλινδρομεί.

Αυτό ακριβώς συνέβη και στην ελληνική περίπτωση. Η «κινηματική αναιμία» στην οποία αναφέρεται το κείμενο των 53, δεν είναι καθόλου άσχετη με τη δεξιά διολίσθηση του ΣΥΡΙΖΑ: στο γεγονός ότι, αντί να κλιμακώσει και προωθήσει το ριζοσπαστικό αίτημα που τον ανέδειξε (ποιος θυμάται τις λαϊκές συνελεύσεις των πλατειών με το σύνθημα «δεν πληρώνω, δε χρωστάω, δεν πουλάω»;) άρχισε να νερώνει τις θέσεις του στοχεύοντας να πείσει πως η έλευσή του στην εξουσία τελικά δεν απειλεί ούτε τους ντόπιους κυρίαρχους ούτε την απεχθή γραφειοκρατία των Βρυξελών.

Θέσεις όπως η στάση πληρωμών, η εθνικοποίηση των τραπεζών και ο κοινωνικός έλεγχος της οικονομίας υποτιμήθηκαν, παρακάμφθηκαν και αντικαταστάθηκαν από τοποθετήσεις ακραιφνώς σοσιαλδημοκρατικές (σε μια εποχή, μάλιστα, που σοσιαλδημοκρατική επιλογή απλώς δεν υφίσταται). Εξ ου και οι επιλογές διαβόητων «συμμάχων», εξ ου και οι αντιδημοκρατικές οργανωτικές συμπεριφορές (πώς αλλιώς να περάσουν οι επιλογές;) εξ ου και η αδιαφανής μιντιοποίηση.

Το κείμενο των 53 αναγνωρίζει τις δυσάρεστες αυτές πραγματικότητες, όμως φαίνεται να ασχολείται και να στηλιτεύει μόνο αυτές: μόνο με τα συμπτώματα του προβλήματος, παρακάμπτοντας (ή και αγνοώντας) τις πολιτικές του αιτίες. Ασκείται –ασφαλώς ευπρόσδεκτη– κριτική σε συνθήματα, πρακτικές και στάσεις, αλλά αποσιωπώνται οι πολιτικές ρίζες όλων αυτών των συμπεριφορών.

Αν όμως δεν αναλυθούν οι πολιτικές καταβολές των συμπτωμάτων, η κριτική είναι μοιραίο να παγιδευτεί στον αναδιπλασιασμό της θλιβερής πραγματικότητας, στην επισήμανση του προβλήματος χωρίς σαφή θέση για το πώς αυτό θα ξεπεραστεί, να παγιδευτεί στη συμπτωματολογία. Και αν –όπως κανείς εύχεται– κάποια συμπτώματα αντιμετωπιστούν, στο βαθμό που το πολιτικό πρόβλημα θα παραμένει, η τάση θα είναι να εκτρέφονται νέα, και σταδιακά χειρότερα, συμπτώματα.

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να προσεγγίζεται και η εξαιρετικά σημαντική επίκληση των κινημάτων. Αν οι αιτίες της πρόσκαιρης ύφεσής τους είναι πολιτικές, τότε και η ανάκαμψή τους δεν μπορεί παρά να είναι πολιτική.

Είναι βέβαια γεγονός ότι, όπως το κείμενο τονίζει, «οι συνειδήσεις αλλάζουν στο δρόμο». Όμως αυτό δεν απαλλάσσει την Αριστερά από το μείζον καθήκον του μεταβολισμού των κινηματικών δράσεων σε απτό πολιτικό όραμα.


Η πραγματικότητα είναι πως στην Ελλάδα (και διεθνώς) τα κινήματα έκαναν και κάνουν με το παραπάνω το ιστορικό τους καθήκον. Πρόκληση για την Αριστερά είναι να κάνει κι αυτή το δικό της.

*αναπληρωτής καθηγητή στο Πάντειο

ΠΗΓΗ: ΞΕΚΙΝΗΜΑ

Δεν υπάρχουν σχόλια: