Πέμπτη, 2 Ιανουαρίου 2014

Η «πλούσια» Κοινοβουλευτική Ομάδα / άρθρο στην ΕΠΟΧΗ

του Τάκη Μαστρογιαννόπουλου

Το ζή­τη­μα που α­νέ­κυ­ψε πρό­σφα­τα με τα πε­ριου­σια­κά στοι­χεία ο­ρι­σμέ­νων βου­λευ­τών του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ έ­θε­σε μια σει­ρά α­πό ε­ρω­τή­μα­τα στα ο­ποία δό­θη­καν πολ­λα­πλές α­πα­ντή­σεις. Εί­ναι σχε­δόν βέ­βαιο ό­τι α­πα­σχό­λη­σαν, και δι­καίως, το κόμ­μα, α­πό τη βά­ση μέ­χρι την...
κο­ρυ­φή, και ό­χι μό­νο για­τί ο α­στι­κός Tύ­πος και τα social media α­σχο­λή­θη­καν υ­πέρ­με­τρα και με με­γά­λες δό­σεις κα­κε­ντρέ­χειας με το ό­λο ζή­τη­μα.

Θέ­μα σαν αυ­τό α­σφα­λώς δεν εμ­φα­νί­ζε­ται για πρώ­τη φο­ρά. Όσο πε­ρίερ­γο και αν φαί­νε­ται, προ­βλή­μα­τα αυ­τού του εί­δους έ­χουν α­πα­σχο­λή­σει το ορ­γα­νω­μέ­νο σο­σια­λι­στι­κό κί­νη­μα σχε­δόν α­πό τα πρώ­τα του βή­μα­τα. Ο Ένγκε­λς σε μια ε­πι­στο­λή του στον Εντ. Μπερν­στάιν, τον Μάρ­τιο του 1883, α­πα­ντού­σε σε α­νά­λο­γα ε­ρω­τή­μα­τα: «Αφή­στε το α­τυ­χές άρ­θρο του Jahrbuch ν’ α­να­παυ­θεί εν ει­ρή­νη. Δι­καιο­λο­γού­σε τους χρη­μα­τι­στές. Αλλά θα μπο­ρού­σε κα­νείς να εί­ναι κάλ­λι­στα χρη­μα­τι­στής ο ί­διος και ταυ­τό­χρο­να σο­σια­λι­στής, και συ­νε­πώς να μι­σεί και να πε­ρι­φρο­νεί την τά­ξη των χρη­μα­τι­στών. Μή­πως θα μου πε­ρά­σει πο­τέ α­πό το μυα­λό να δι­καιο­λο­γη­θώ ε­πει­δή ή­μουν ε­πί­σης κά­πο­τε associι (μέ­το­χος) ερ­γο­στα­σίου; Όποιος με κα­τη­γο­ρού­σε γι’ αυ­τό θα α­ντι­με­τω­πι­ζό­ταν κα­τάλ­λη­λα. Και αν ή­μουν σί­γου­ρος ό­τι θα μπο­ρού­σα αύ­ριο να κερ­δί­σω στο χρη­μα­τι­στή­ριο και να θέ­σω έ­τσι στη διά­θε­ση του κόμ­μα­τος στην Ευ­ρώ­πη και στην Αμε­ρι­κή έ­να με­γά­λο χρη­μα­τι­κό πο­σό, θα πή­γαι­να α­μέ­σως στο χρη­μα­τι­στή­ριο».

Επι­τρο­πές κοι­νές για Κ.Ο. και κόμ­μα

Το ζή­τη­μα δεν βρί­σκε­ται, λοι­πόν, στην οι­κο­νο­μι­κή κα­τά­στα­ση των βου­λευ­τών -α­σφα­λώς βρί­σκε­ται και ε­κεί- αλ­λά στο πώς η Κ.Ο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, σή­με­ρα πε­ρισ­σό­τε­ρο α­πό κά­θε άλ­λη φο­ρά, σε συν­θή­κες κρί­σης του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος και εκ­φυ­λι­σμού του κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού, θα α­πο­δεί­ξει ό­τι δεν α­πο­τε­λεί μέ­ρος ε­νός α­πο­νο­μι­μο­ποιη­μέ­νου συ­στή­μα­τος, ό­τι δεν βρί­σκε­ται στο κά­δρο της πο­λι­τι­κής α­πα­ξίω­σης.
Η Κ.Ο. της δι­κής μας α­ρι­στε­ράς δεν έ­χει, δεν πρέ­πει να έ­χει, τί­πο­τα κοι­νό με τις α­ντί­στοι­χες ο­μά­δες των συ­ντη­ρη­τι­κών α­στι­κών και σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κών κομ­μά­των. Ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ ό­φει­λε και ο­φεί­λει να δεί­ξει στο κοι­νο­βού­λιο, και μά­λι­στα α­πό τη θέ­ση της α­ξιω­μα­τι­κής α­ντι­πο­λί­τευ­σης, ό­τι δεν εί­ναι μια πα­ραλ­λα­γή των κομ­μά­των του δι­κομ­μα­τι­σμού. Οι βου­λευ­τές μας δεν έ­πρε­πε, κα­τά τη γνώ­μη μου, να α­πο­δε­χθούν το σύ­νο­λο των προ­νο­μίων του κα­νο­νι­σμού της Βου­λής. Δεν έ­πρε­πε να πά­ρουν αυ­το­κί­νη­το (υ­πάρ­χουν πάμ­φθη­να με­τα­χει­ρι­σμέ­να αυ­το­κί­νη­τα). Δεν έ­πρε­πε να α­πο­δε­χθούν να έ­χουν α­στυ­νο­μι­κή προ­στα­σία -α­πό τι τους προ­στα­τεύουν άλ­λω­στε. Δεν χρειά­ζο­νται, ού­τε το κόμ­μα χρειά­ζε­ται, ό­λους τους α­πο­σπα­σμέ­νους. Και βέ­βαια ό­σοι χρειά­ζο­νται δεν πρέ­πει να προέρ­χο­νται α­πό τους δο­κι­μα­ζό­με­νους χώ­ρους της παι­δείας και της υ­γείας.

Οι ε­πι­στη­μο­νι­κοί συ­νερ­γά­τες πρέ­πει να α­νή­κουν στο σύ­νο­λο τους σε ε­πι­τρο­πές κοι­νές για την Κ.Ο. και το κόμ­μα, σε ά­με­ση σύν­δε­ση με τις θε­μα­τι­κές και κλα­δι­κές ε­πι­τρο­πές, ό­που αυ­τές υ­πάρ­χουν. Μό­νο με αυ­τόν τον τρό­πο θα συν­δε­θεί η κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πρα­κτι­κή με τη δρά­ση του μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος. Η ε­πε­ρώ­τη­ση στο κοι­νο­βού­λιο, ως πο­λι­τι­κή πα­ρέμ­βα­ση, α­πό μό­νη της εί­ναι α­νε­παρ­κής αν δεν εί­ναι συν­δυα­σμέ­νη με την πα­ρέμ­βα­ση μας στο μα­ζι­κό κί­νη­μα.
Η δη­μιουρ­γία ε­νός υ­πέ­ρο­γκου γρα­φειο­κρα­τι­κού μη­χα­νι­σμού, βα­σι­σμέ­νου σε ε­παγ­γελ­μα­τι­κά στε­λέ­χη -α­σφα­λώς και δεν εί­μαι ε­γώ που θα αρ­νη­θώ την α­νά­γκη ε­παγ­γελ­μα­τι­κών στε­λε­χώ­ν- δεν μπο­ρεί να α­ντι­κα­τα­στή­σει τη ζωο­γό­νο και α­νι­διο­τε­λή συμ­με­το­χή των με­λών και των υ­πο­στη­ρι­κτών του κόμ­μα­τος και, βέ­βαια, δεν μπο­ρεί να συ­γκρο­τή­σει τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ της νέ­ας ε­πο­χής.

Όλα για την Αλλη­λεγ­γύη

Άφη­σα για το τέ­λος τις κά­θε εί­δους α­μοι­βές των βου­λευ­τών. Οι α­πο­δο­χές των βου­λευ­τών, κα­λώς ή κα­κώς, ο­ρι­σμέ­νες φο­ρές μά­λι­στα με δό­ση υ­περ­βο­λής, βρί­σκο­νται ε­πί­σης στο στό­χα­στρο της κοι­νω­νίας -μια α­κό­μα έκ­φρα­ση της κρί­σης του συ­στή­μα­τος ε­ξου­σίας. Και σε αυ­τό το ση­μείο πρέ­πει να εί­μα­στε δια­φο­ρε­τι­κοί. Η πρό­τα­ση του προέ­δρου για την α­νά­γκη -ε­κτός της πα­ρα­κρά­τη­σης του 20% της βου­λευ­τι­κής α­πο­ζη­μίω­σης για το κόμ­μα- και της ε­πι­πλέ­ον κα­τα­βο­λής του 20% των α­πο­δο­χών των βου­λευ­τών στην Αλλη­λεγ­γύη ή­ταν και πα­ρα­μέ­νει ε­ντε­λώς α­πα­ραί­τη­τη. Έχω την ά­πο­ψη ό­τι για ο­ρι­σμέ­νους βου­λευ­τές μας, χω­ρίς οι­κο­νο­μι­κά προ­βλή­μα­τα, θα έ­πρε­πε να δί­νε­ται το με­γα­λύ­τε­ρο μέ­ρος ή α­κό­μα και το σύ­νο­λο των α­πο­δο­χών τους στο κόμ­μα και την Αλλη­λεγ­γύη -κυ­ρίως σ’ αυ­τή. Μια πρά­ξη αυ­τού του εί­δους α­πο­τε­λεί μια έ­μπρα­κτη α­πά­ντη­ση, ό­χι μό­νο στους ε­τσι κι αλ­λιώς κα­κο­προ­αί­ρε­τους α­ντι­πά­λους μας, αλ­λά, κυ­ρίως, στα μέ­λη, τους υ­πο­στη­ρι­κτές και τους ψη­φο­φό­ρους του κόμ­μα­τος μας που ζη­τούν α­πό ε­μάς, που ε­παγ­γε­λό­μα­στε τις με­γά­λες αλ­λα­γές και α­να­τρο­πές, να εί­μα­στε ε­ντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κοί, να βρι­σκό­μα­στε έ­ξω α­πό το κά­δρο της κά­θε εί­δους α­πα­ξίω­σης.
Η α­πά­ντη­ση σε κά­θε πε­ρί­πτω­ση δεν εί­ναι δύ­σκο­λη.

πηγή: εφημερίδα Η ΕΠΟΧΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια: