Τρίτη, 1 Οκτωβρίου 2013

Από την Κεντροαριστερά στη Σοσιαλδημοκρατία / Γ. Τούντας

Γιάννης Τούντας*
Το διήμερο συμπόσιο του ΙΣΤΑΜΕ στις αρχές του μήνα πέτυχε δύο σημαντικούς στόχους. Πρώτα απʼ όλα, ως προς το ΠαΣοΚ, η συμμετοχή αδρανοποιημένων ή αποστασιοποιημένων ηγετικών στελεχών και κυρίως των δύο πρώην προέδρων του δημιούργησε κλίμα επανασυσπείρωσης και ελπίδες ανάκαμψης, γεγονός ιδιαίτερα θετικό για το ίδιο το ΠαΣοΚ, αλλά κυρίως για τη χώρα, αφού η έξοδος από την...
κρίση προϋποθέτει πολιτική σταθερότητα, χωρίς περαιτέρω κλυδωνισμούς και συρρικνώσεις στις γραμμές των κυβερνητικών εταίρων.

Ο άλλος σημαντικός στόχος που επιτεύχθηκε αφορά τις διεργασίες για την ανασυγκρότηση της Κεντροαριστεράς. Η συμμετοχή πολλών ανένταχτων στελεχών του χώρου και οι συγκλίνουσες εν πολλοίς τοποθετήσεις δημιουργούν ένα ιδιαίτερα ευνοϊκό περιβάλλον για τη δρομολόγηση των σχετικών διαδικασιών. Σημαντικό βέβαια ρόλο στη διαμόρφωση των ευνοϊκών αυτών συνθηκών έπαιξαν οι ομιλίες του Βαγγέλη Βενιζέλου και του Κώστα Σημίτη. Ο πρώτος κάλεσε όλες τις μεταρρυθμιστικές δυνάμεις και τις δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας, χωρίς αποκλεισμούς και ηγεμονισμούς, να συγκροτήσουν ένα διευρυμένο ψηφοδέλτιο στις επερχόμενες ευρωεκλογές. Ο δεύτερος όχι μόνο υποστήριξε τη σύγκλιση και τη συνεργασία των δυνάμεων αυτών αλλά και υπογράμμισε την ανάγκη για μια νέα αρχή που να βασίζεται σε συμμετοχικές μαζικές διαδικασίες, αντίστοιχες με την αυτοργάνωση του ΠαΣοΚ το 1974.

Το σημείο αυτό είναι κρίσιμο προκειμένου να μην εξελιχθεί το εγχείρημα «σε ΠαΣοΚ και... προσωπικότητες». Με άλλα λόγια, από τη στιγμή που η ΔΗΜΑΡ δεν συμμετέχει προς το παρόν σε διαδικασίες διαλόγου με το ΠαΣοΚ, ο μόνος τρόπος για να υπάρξει η επιθυμητή υπέρβαση του ΠαΣοΚ είναι μέσω της δυναμικής που μπορεί να αναπτυχθεί στην ίδια την κοινωνία με την ενεργοποίηση σημαντικών, ποιοτικά και ποσοτικά, δυνάμεων.

Η ενεργοποίηση αυτή όμως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στην Ελλάδα της ύφεσης, της ανεργίας και των μνημονίων. Η αποδυνάμωση των δύο άκρων του πολιτικού φάσματος και η ενίσχυση των φιλοευρωπαϊκών και μεταρρυθμιστικών πολιτικών δυνάμεων θα προκύψουν όταν η σημερινή κυβέρνηση αρχίσει να βγάζει τη χώρα από τη δυσβάσταχτη οικονομική και κοινωνική κρίση.

Για τον λόγο αυτόν προέχει να πετύχει η κυβέρνηση στο δύσκολο έργο της προωθώντας τις αναγκαίες διαρθρωτικές αλλαγές και ελαχιστοποιώντας τα λάθη, τις παραλείψεις και τις καθυστερήσεις. Η υποστήριξη της προσπάθειας αυτής, με επεξεργασία θέσεων και συμμετοχή στην υλοποίησή τους, θα πρέπει να αποτελέσει την πρώτη προτεραιότητα των δυνάμεων της Κεντροαριστεράς. Δεύτερη προτεραιότητα θα πρέπει να αποτελεί η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας με τη ΔΗΜΑΡ, η οποία, παρά τις αμφιθυμίες της ηγεσίας της και τη συνακόλουθη δημοσκοπική υποχώρησή της, παραμένει σημαντική δύναμη της ευρύτερης Κεντροαριστεράς και ως εκ τούτου θα πρέπει να επιδιωχθεί η συμμετοχή της, αν όχι άμεσα, τουλάχιστον σε μια επόμενη φάση.

Τρίτη σημαντική προτεραιότητα αποτελούν οι επερχόμενες ευρωπαϊκές και αυτοδιοικητικές εκλογές, στις οποίες οι δυνάμεις της Κεντροαριστεράς, υπό την πίεση του χρόνου και σε δυσμενείς πολιτικές συνθήκες, θα πρέπει να δώσουν καλά προετοιμασμένες τη μάχη προκειμένου να επιτύχουν τα καλύτερα δυνατά αποτελέσματα, που θα κρίνουν σε σημαντικό βαθμό τις προοπτικές του όλου εγχειρήματος. Η μάχη αυτή θα πρέπει να είναι επίσης ενταγμένη σε μια γενικότερη στρατηγική ανασύνταξης της Κεντροαριστεράς ώστε να μην εγκλωβιστεί σε εκλογικές και μόνο σκοπιμότητες.

Η τέταρτη προτεραιότητα αφορά την άμεση λειτουργία επιτροπής που θα αναλάβει να συντονίσει και να προωθήσει όλες τις σχετικές διαδικασίες. Η επιτροπή αυτή, που είναι ήδη στα σκαριά, θα πρέπει να συγκροτηθεί με τη συμμετοχή πολιτικών στελεχών, τεχνοκρατών και εκπροσώπων πολιτικών κινήσεων αλλά και κοινωνικών δράσεων, σε κεντρικό και σε τοπικό επίπεδο, χωρίς αποκλεισμούς και ανοιχτή σε συνεχείς διευρύνσεις. Θα πρέπει δε να έχει καθαρά συντονιστικό χαρακτήρα, γιατί το ζητούμενο δεν είναι η δημιουργία ενός νέου πολιτικού σχηματισμού και η αναζήτηση νέων ηγεσιών ή ηγετών, τουλάχιστον για όσο διάστημα δεν υπάρχουν άλλα πολιτικά συλλογικά υποκείμενα εκτός από το ΠαΣοΚ που να δικαιολογούν και να δικαιώνουν ένα ανάλογο αίτημα.

Οταν υπάρξουν οι αναγκαίες πολιτικές προϋποθέσεις, τότε θα μπορούν να προταθούν και να προκριθούν επιλογές τύπου Ελιάς Ιταλίας ή προτάσεις για συνέδριο ανασύστασης του σοσιαλιστικού χώρου τύπου Επινέ / Γαλλίας. Ως τότε αρκεί ένα ισότιμο πλαίσιο συνύπαρξης, διαλόγου και συνεργασίας που θα λειτουργεί με σεβασμό στα εκάστοτε πολιτικά δεδομένα και στα πραγματικά μεγέθη με στόχο τη δημιουργία ενός σύγχρονου φορέα της σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας, με καινοτόμες ιδέες και ριζοσπαστικές προτάσεις που θα συνιστούν σαφή τομή με τις αγκυλώσεις και τις παθογένειες της Κεντροαριστεράς του χθες αλλά και του σήμερα.

*Ο κ. Γιάννης Τούντας είναι καθηγητής Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών και μέλος της Συντονιστικής Επιτροπής της κίνησης «Πολιτεία 2012».

Το Βήμα, 30/09/2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: