Σάββατο, 6 Δεκεμβρίου 2014

ΣΥΡΙΖΑ και Δημοκρατία / Σ. Ανδρονίδης

του Σίμου Ανδρονίδη*
«Κι αν πτωχική την βρεις, η Ιθάκη δεν σε γέλασε. Έτσι σοφός που έγινες, με τόση πείρα, ήδη θα το κατάλαβες οι Ιθάκες τι σημαίνουν». (Κωνσταντίνος Καβάφης, ‘Ιθάκη’, 2008).

Ένα από τα χαρακτηριστικά της κοινωνικής και πολιτικής «κρισιακής» περιόδου είναι η ουσιαστική «υποχώρηση» του προτάγματος της Δημοκρατίας. Η ανάδυση ενός περιώνυμου «αυταρχικού κρατισμού» (για να θυμηθούμε και τον πάντα επίκαιρο Νίκο Πουλαντζά) ορίζει και προσδιορίζει συνάμα ευρύτερο «κρισιακό» περιβάλλον. Η ποιοτική υποβάθμιση του Κοινοβουλίου και του Κοινοβουλευτισμού ως  επίδικου, διαμορφώνει τους όρους και τις προϋποθέσεις για την ανάδυση και την....
αποκρυστάλλωση ενός «ολικού» πλαισίου ισχυροποίησης της εκτελεστικής εξουσίας. Η εκτελεστική εξουσία προτάσσει και προβάλλει ιεραρχήσεις, εγκλήσεις και προτεραιότητες.
«Αυταρχικός κρατισμός» είναι η επωνυμία της μορφής κράτους που κατά τον Νίκο Πουλαντζά συγκροτήθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970, σε συνάρτηση με την κρίση (πολιτική, ιδεολογική και, τελικά, οικονομική) του κεϊνσιανού εθνικού κράτους πρόνοιας. Πρόκειται για κανονική μορφή καπιταλιστικού κράτους, αφού οι δημοκρατικοί θεσμοί λειτουργούν χωρίς διακοπή».[1]
Σε αυτό το πλαίσιο, η κίνηση της εκτελεστικής-Μνημονιακής εξουσίας, κίνηση που επικαθορίζει τις πολιτικές διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής κρίσης πόρρω απέχει από τις επιδιώξεις και τα συμφέροντα του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Η ποιοτική ισχυροποίηση της εκτελεστικής εξουσίας διευρύνει τα κοινωνικά και οικονομικά όρια παρέμβασης του άρχοντος αστικού συγκροτήματος εξουσίας.
Ο «αυταρχικός κρατισμός» ενσωματώνει οργανικά το πλαίσιο της «βίαιης» δραστηριοποίησης των καταπιεστικών μηχανισμών του κράτους, ασκώντας παράλληλη πίεση στην νομοθετική-κοινοβουλευτική λειτουργία, η οποία δεν αίρεται αλλά «αποφορτίζεται» ως τρόπος κανονιστικής συγκρότησης της δημοκρατίας. «Δίχως άλλο, το κοινοβούλιο ως «νομοθετική εξουσία» και ως σώμα στο οποίο οφείλουν να βρίσκουν νομοθετική έκφραση τα λαϊκά συμφέροντα, έχει υποβαθμιστεί μέχρι σημείου αφάνειας έναντι της «εκτελεστικής εξουσίας». Δεν είναι, πλέον, σε θέση να λαμβάνει αυτόνομα αποφάσεις, μιας και δεν συμμετέχει πλέον ως όλο στη συγκεκριμένη προπαρασκευή των νόμων και στην επεξεργασία του υλικού».[2]
Η βασική Κοινοβουλευτική διαδικασία ανάγεται στο κρίσιμο και «κρισιακό» επίπεδο του «μερικού», καθότι το πλαίσιο της θεμελιώδους διαδικασίας λήψης αποφάσεων μετατοπίζεται δομικά προς την πλευρά της εκτελεστικής εξουσίας. Σε αυτή την περίπτωση, και η συνάρθρωση και εκπροσώπηση κοινωνικών-ταξικών συμφερόντων διαμεσολαβείται στο επίπεδο της «κατίσχυσης του εκτελεστικού». Έτσι, τα κοινωνικά-ταξικά συμφέροντα οριοθετούνται «χωρικά», εντός του πλαισίου ανακατανομής της ισχύος και της «ενέργειας» μεταξύ κοινοβουλευτικής-εκτελεστικής εξουσίας, αποτελώντας με αυτόν τον τρόπο «διαρθρωτικές όψεις» της «νέας» και ποιοτικής κατάστασης.
Η άσκηση κρατικής λεκτικής και σωματικής βίας «κατασταλτικοποιεί» το πεδίο του κοινωνικού, παράγοντας ταυτόχρονα τις εγκάρσιες τομές που αφενός μεν τείνουν να ρυθμίσουν και να περιορίσουν την δράση και την δραστηριοποίηση του μπλοκ των λαϊκών τάξεων, αφετέρου δε ρυθμίζουν και οργανώνουν «ποιοτικά» τον συσχετισμό δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Σε αυτή την περίπτωση, ο απόηχος της κρατικής-κατασταλτικής βίας «εγγίζει» την ίδια την διαδικασία της εμβάθυνσης του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής.
Το σημαίνον του «αυταρχικού κρατισμού» νοηματοδοτεί εκ νέου το πεδίο του κοινωνικού, ακριβώς διότι συγκροτεί κοινωνικές συμμαχίες που έχουν ως θεμελιώδεις άξονες: 1. Την διατήρηση του «νόμου και της τάξης», 2. Την συνακόλουθη διατήρηση της κοινωνικής και πολιτικής σταθερότητας.  Η συγκρότηση της κρατικής βίας σε «ενιαίο όλον» παράγει εκείνες τις εγκάρσιες τομές και ρήξεις μέσω των οποίων «διαχέεται» η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης, καθώς και η απρόσκοπτη χρηματική «κίνηση» και «ροή».
Εντός του ευρύτερου «κρισιακού» περιβάλλοντος η κρατική-κατασταλτική βία συμφύθηκε οργανικά με την βία που άσκησε το νεοναζιστικό μόρφωμα της Χρυσής Αυγής. Σε αυτή την περίπτωση, μπορούμε να  κάνουμε λόγο για την κοινωνική αποκρυστάλλωση ενός τύπου «ολικής βίας» που «εγχάραξε» τα αποτελέσματα του πάνω στη δράση των κοινωνικών υποκειμένων.
Η πιθανή κυβέρνηση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ), οφείλει να θέσει στην προμετωπίδα της πολιτικής της στρατηγικής και δράσης το «καυτό» ζήτημα της ποιοτική εμβάθυνσης της Δημοκρατίας, η οποία έτσι δύναται να ανακτήσει ξανά το πλέριο περιεχόμενο της. Η εμβάθυνση του ευρύτερου δημοκρατικού προτάγματος νοηματοδοτεί και προσδιορίζει την προσίδια δραστηριοποίηση της κυβέρνησης της Αριστεράς. Η Δημοκρατία ως συμβολική όσο και πραγματική «ολότητα» οφείλει να υπερβεί τις «αυταρχικές αγκυλώσεις» και συνδηλώσεις του «κρισιακού» περιβάλλοντος.
Κι η Ριζοσπαστική Αριστερά δύναται να μπολιάσει με τις αξίες και τα νοήματα της αριστερής παράδοσης και πράξης το ευρύτερο δημοκρατικό γίγνεσθαι. Η ενεργοποίηση των λαϊκών τάξεων, ήτοι η ενεργοποίηση των «από κάτω», ανασημασιοδοτεί το κατακερματισμένο δημοκρατικό όλον. Η λαϊκή-εργατική αυτενέργεια και πρωτοβουλία, η ιεράρχηση των λαϊκών προτεραιοτήτων και εγκλήσεων προσλαμβάνουν τα ιδεολογικά χαρακτηριστικά της ποιοτικής ανασυγκρότησης της δημοκρατίας. Η «ρηξιακή» κυβέρνηση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς αφενός μεν οφείλει να μεταβάλλει ριζικά και δομικά τους όρους κατανομής κοινωνικής και οικονομικής ισχύος μεταξύ των κυρίαρχων και κυριαρχούμενων τάξεων, αφετέρου δε οφείλει να μετατοπίσει «ολικά» το κέντρο βάρους της προς την κατεύθυνση της άμεσης λαϊκής πρωτοβουλίας.
Αυτές οι δύο θεμελιώδεις για την καταστατική και «κανονιστική» συγκρότηση και σύνθεση της Αριστεράς συνθήκες θα μετασχηματίσουν το ίδιο το πλαίσιο και το πεδίο δράσης της αριστερής κυβέρνησης, στο βαθμό που οι συγκεκριμένες «ορατές» και «υλικές» συνθήκες αποτελούν την απαραίτητη προϋπόθεση για την αποκρυστάλλωση της κοινωνιοκεντρικής Αριστεράς, ήτοι εκείνης της Αριστεράς που ασκεί κυβερνητικά καθήκοντα με όρους κοινωνικούς-λαϊκούς. Απαιτούνται ρήξεις και εγκάρσιες τομές παντού, ρήξεις που θα αναδιατάξουν το «ολικό» οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο διαχείρισης της βαθιάς οικονομικής κρίσης.
Το δημοκρατικό πρόταγμα δύναται να εμβαπτιστεί μέσα στα «νάματα» της λαϊκής-εργατικής πρωτοβουλίας. Και τι καλύτερο για την ίδια την Δημοκρατία από την πραγματοποίηση λαϊκών συνελεύσεων που θα συμμετέχουν στη παραγωγή πολιτικής από το  οργανωμένο πολιτικό κόμμα-συλλογικό διανοούμενο, ενώ, την ίδια στιγμή, θα επηρεάζουν τις στρατηγικές κατευθύνσεις της Αριστερής κυβέρνησης.
Η κυβερνητική πράξη της Ριζοσπαστικής Αριστεράς οφείλει να μην γίνει αντιληπτή ως απλή κυβερνητική εναλλαγή και «παρένθεση». Αντιθέτως, οφείλει να γίνει αντιληπτή ως κοινωνικό και πολιτικό «όραμα», ως «όραμα» που διαμεσολαβεί στο πεδίο του κοινωνικού, ως «όραμα» που τέμνει και ανατέμνει τα συμφέροντα του μπλοκ των λαϊκών-κυριαρχούμενων τάξεων. Το κοινωνικό και πολιτικό «όραμα» ισοδυναμεί με την προώθηση του προτάγματος της ισοπολιτείας.
Χρειάζεται να προχωρήσει στην πραγματοποίηση εγκάρσιων τομών και ρήξεων, στον ποιοτικό εμπλουτισμό της Δημοκρατίας που σαφώς περιλαμβάνει και την στόχευση για τον ποιοτικό και βαθύ εκδημοκρατισμό των κρατικών μηχανισμών ισχύος.
Και ο εκδημοκρατισμός των σωμάτων ασφαλείας επ’ ουδενί δεν μπορεί να είναι «επιφανειακός» και «αφηρημένος». Μία «ρηξιακή» κυβέρνηση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς μεταβάλλει την ίδια την προσίδια κίνηση αυτών των «φορτισμένων κατασταλτικά» μηχανισμών.
«Ανάγκη των καιρών δεν είναι μια Αριστερά που αναζητεί τη διαπραγμάτευση, για να αποφύγει τις μάχες, αλλά μια Αριστερά που δίνει συντεταγμένα τις μάχες, για να σύρει, αν χρειαστεί, τον αντίπαλο στη διαπραγμάτευση».[3]Για να παραφράσουμε και τον Νίκο Πουλαντζά, η κυβέρνηση της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ή θα είναι «κρισιακή» ή δεν θα υπάρξει.



[1]Βλ.σχετικά, Μπουκάλας Χρήστος, ‘Αντιτρομοκρατία και Αυταρχικός Κρατισμός’, στο, Γολέμης Χάρης & Οικονόμου Ηρακλής, (επιμ.), ‘Ο Πουλαντζάς σήμερα’, Ινστιτούτο Νίκος Πουλαντζάς/Εκδόσεις Νήσος, Αθήνα, 2012, σελ.218.
[2]Βλ.σχετικά, AgnoliJohannes, ‘Ο μετασχηματισμός της δημοκρατίας και άλλα παρεμφερή κείμενα (1967-1998), Μετάφραση-Επιμέλεια-Επίμετρο: Γκιούρας Θανάσης, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα, 2013, σελ. 72-73.
[3]Βλ.σχετικά, Χρύσης Αλέξανδρος, ‘Η επιστροφή της Αριστεράς ως εκτίμηση, η μετα-στροφή της Αριστεράς ως ζητούμενο’, 08/11/2014, Aναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής, avgi-anagnoseis.blogspot.gr


*πολιτικός επιστήμονας, υποψήφιος διδάκτωρ ΑΠΘ

Δεν υπάρχουν σχόλια: